Απεβίωσε ο Ιωάννης Λούτσης (1936 -2026)
Απεβίωσε ο Ιωάννης Λούτσης (1936 -2026).
Υπήρξε κι αυτός, όπως άλλωστε και εκατοντάδες συμπατριώτες του, θύμα της ναζιστικής θηριωδίας.
Γεννήθηκε στα Καλάβρυτα το έτος 1936 από τον Παναγιώτη Λούτση και την Ελένη Νικολάου από τα Καλάβρυτα. Είχε άλλα έξι αδέλφια, τον Παύλο, τον Θόδωρο, την Ανδρομάχη, την Τρισεύγενη, την Καλλιόπη και τον Κώστα. Στα πέτρινα χρόνια-μετά την Καταστροφή –και παράλληλα με τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων, αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για την επιβίωση. Αρχικά στο βιβλιοπωλείο του Βασίλη Κανελλόπουλου και ως εφημεριδοπώλης και ακολούθως ως «μπακαλόγατος» την ημέρα στο Μπακάλικο του Ηλία και Δήμου Τάγαρη και ως «βερεσεδιογράφος» το βράδυ.
Το έτος 1955 μετανάστευσε στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε ένα Πρόγραμμα Επαγγελματικής Κατάρτισης που παρείχαν Γερμανικές Εταιρείες σε 33 ορφανά Καλαβρυτινόπουλα.
Στη συνέχεια σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο του Ζίγκεν με υποτροφία που του παρείχε Γερμανική εταιρεία. Εργάστηκε ως Τεχνικός Σύμβουλος-εξειδικευμένος στα Υδραυλικά Έργα-σε διάφορες εταιρείες Ελληνικές και ξένες που είχαν αναλάβει αρδευτικά έργα ή εκπονήσει μελέτες φραγμάτων (Πηνειός ποταμός Ν Ηλείας-Φράγματα Θεσσαλικού κάμπου).
Στη συνέχεια εργάστηκε ως εργολήπτης Δημοσίων Έργων με έδρα το Ν. Ηλείας.
Το έτος 1973 παντρεύτηκε τη Γεωργία Φαρμάκη, καθηγήτρια Φιλόλογο, από τη Σιάτιστα Κοζάνης και απέκτησαν δύο θυγατέρες: την Ελένη, καθηγήτρια Θεολόγο, και την Παναγιώτα, Χημικό Μηχανικό.
Στις 13-12-1943 ο πατέρας του Παναγιώτης Λούτσης, τα αδέλφια του Παύλος (19 ετών) και Θόδωρος (16 ετών) και ο γαμπρός του Βασίλης Χρυσανθακόπουλος εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στη Λάκα του Καπή.
Μαρτυρία Λούτση Ιωάννη
"…Η βάρβαρη εισβολή των Γερμανών στην πόλη από την πρώτη κιόλας ημέρα, προκάλεσε σε όλους φόβο και τρόμο. Θυμάμαι που ο πατέρας μου δεν μας άφηνε να απομακρυνθούμε από το σπίτι.
Οι Γερμανοί επιτάξανε το σπίτι μας, ένα μεγάλο διώροφο κτήριο. Κατέλαβαν το ανώγειο κι εμάς μας περιόρισαν στο ισόγειο. Τώρα ο φόβος εγκαταστάθηκε και μέσα στο σπίτι μας. Τέσσερις μέρες μείνανε.
Μια μέρα, θυμάμαι, είχαν φέρει χόρτα να τους τα μαγειρέψει η μητέρα μου. Τα ‘βαλε, λοιπόν η μάνα μου πάνω στη φωτιά να βράσουνε. Μετά από λίγη ώρα, ο αδελφός μου ο Κώστας, θέλοντας να δει αν είχαν βράσει, πήρε μια πιρουνιά από την κατσαρόλα και τα δοκίμασε. Εκείνη τη στιγμή, μπαίνει μέσα ένας Γερμανός ουρλιάζοντας. Τι ουρλιαχτό ήταν εκείνο! Τρομοκρατηθήκαμε. Προφανώς τον είδε τον Κώστα και θα θεώρησε ότι θα του ‘τρωγε το φαϊ. Για την ιστορία, τα χόρτα δεν ήσαν τόσο άβραστα, όσο πικρά, πολύ πικρά, φαρμάκι…Και εμείς στο σπίτι μας, εκείνη τη μέρα, προγευτήκαμε τη φαρμακίλα που μας επιφύλασσε η μοίρα μας…
Δευτέρα, 13-1-1943, αποφράδα ημέρα. Όλη την προηγούμενη νύχτα, στο πάνω πάτωμα του σπιτιού μας υπήρχε μεγάλη κινητικότητα. Ακούγαμε φασαρία, βήματα, φωνές και κατά τα ξημερώματα επικράτησε απόλυτη ησυχία. Όλοι πιστέψαμε ότι φύγανε. Αλλά πού να πάει το μυαλό μας στο σατανικό τους σχέδιο και σ’ αυτό που θα βλέπανε τα μάτια μας.
Μετά από λίγο ήρθε έντρομος στο σπίτι μας ο φίλος των μεγάλων αδελφών μου, του Παύλου και το Θοδωρή, ο Παπαβασιλόπουλος (Τσαρουχάς) και λέει στον πατέρα μου:
«Μπαρμπα –Παναγιώτη, κρύψε μας. Οι Γερμανοί θα μας σκοτώσουν».
Ο πατέρας μου δεν τον πίστεψε και του απαντάει:
«Έφυγαν. Εμείς δεν τους κάναμε τίποτα».
Φεύγοντας το παιδί χτύπησαν οι καμπάνες της εκκλησίας και όλοι μικροί-μεγάλοι αναγκαστήκαμε να συγκεντρωθούμε στο Δημοτικό Σχολείο. Εκεί οι Γερμανοί χώρισαν τους άντρες και τους εφήβους από τα γυναικόπαιδα. Ο πατέρας μου γύρισε και μας αποχαιρέτησε λέγοντας ότι δεν θα μας ξαναδεί. Ο γαμπρός μου, ο Βασίλης ο Χρυσανθακόπουλος προσπάθησε να φιλήσει το κοριτσάκι του, ενός έτους, που το κρατούσε η μητέρα του, η αδελφή μου η Καλλιόπη στην αγκαλιά της αλλά δεν του το επέτρεψαν".
Μαρτυρία από το βιβλίο: «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13-12-43 – Στα μονοπάτια της μνήμης», Καλάβρυτα 2011, εκδόσεις του Δημοτικού Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.
