Cookie Consent Settings
ΕΣΠΑ
Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Ζαχλωρού 8 Δεκεμβρίου 1943

Image

 

 

Μαρτυρία Μητσόπουλου Χρήστου-επιζώντα

8 Δεκεμβρίου 1943, ημέρα Τετάρτη. Οι Γερμανοί κατεβαίνουνε σκοτώνοντας και καίγοντας από τα χωριά Κερπινή, Ρωγούς, Άνω Ζαχλωρού και φτάνουνε στην Κάτω Ζαχλωρού. Θα ‘τανε εννιά η ώρα το βράδυ. Εννιά το βράδυ είναι νύχτα και μήνα Δεκέμβριο. Αμέσως ξαπλωθήκανε μέσα στα σπίτια και συλλάβανε είκοσι κατοίκους. Οι κάτοικοι είναι πολύ περισσότεροι. Κάθε χρόνο, στις 21 Νοεμβρίου φεύγανε οι κάτοικοι, ο παπάς, ο δάσκαλος (κλείνει το σχολείο και μεταφέρεται) και κατεβαίνανε στα πεδινά, στα Ζαχλωρίτικα. Επιστρέφανε πάλι την Άνοιξη στο χωριό, στις 25 Μαρτίου. Οι πιο πολλοί απ’ αυτούς που συλλάβανε είχαν ακούσει, γιατί είχε διαδοθεί, ότι οι Γερμανοί ανεβαίνοντας προς τα πάνω (Καλάβρυτα) λεηλατούν, μπαίνουνε στα σπίτια και αρπάζουνε ό,τι πιο πολύτιμο ή χρήσιμο υπήρχε μέσα. Αυτοί, λοιπόν, που επιστρέψανε από τα πεδινά, ήρθανε μόνο και μόνο να προφυλάξουν τα πράγματά τους και, αν τα κατάφερναν, να τα ‘κρυβαν σε ασφαλές μέρος.

Αυτό πράξανε και οι δικοί μου -ο πατέρας μου και η μητέρα μου- και ένας γείτονάς μας, ο Θόδωρος Σπυρόπουλος με τη γυναίκα του. Ό,τι ρούχα καλά και χρήσιμα είχανε τα βάλανε κάτω στο υπόγειο και τα καλύψανε με καυσόξυλα. Τους Γερμανούς όμως, απ’ ότι αποδείχτηκε, δεν τους ενδιέφεραν αυτά. Αυτοί ήρθανε μ’ ένα σκοπό: να συλλάβουνε, όσους συλλάβουνε και να τους εκτελέσουν.

Έρχονται και μπαίνουνε στο σπίτι μας. Ανοίγουν το δωμάτιο του αδερφού μου του Βασίλη. Του πατάνε το φακό-τότε δεν υπήρχε ρεύμα-, τον βλέπουνε σκεπασμένο με μια κουβέρτα και δεν του είπανε τίποτα. Έρχονται στο άλλο δωμάτιο που ήμουνα εγώ. Πατάνε το φακό σ’ εμένα, με βλέπουν. «Κομ», μου λένε, «Σήκω», μου κάνουνε νόημα. Πάω να βάλω τα παπούτσια μου, μου τραβάνε μια σπρωξιά και με πετάνε έξω, ξυπόλητο. Ο πατέρας μου και οι άλλοι που ήταν στο κάτω πάτωμα, μόλις ακούσανε τη «Γερμανική μπότα», βγήκαν έξω στην αυλή. Από εκεί μας παίρνουνε, εμένα, τον πατέρα μου και το γείτονα, και μας πάνε από κάτω από του Μέλιου του Πλιατσικούρα το σπίτι που περνάνε οι γραμμές του τρένου, δίπλα σ’ ένα πλάτανο μεγάλο στον όχθο του Βουραϊκού. Εκεί μας μαζέψανε όλους. Μας χωρίσανε. Οι επτά σιδηροδρομικοί στη μια πλευρά και οι δεκατρείς «μελλοθάνατοι» στην άλλη πλευρά. Τους σιδηροδρομικούς τους χρειαζόντουσαν οι Γερμανοί για να κινούν τα τρένα, γι’ αυτό και απέφευγαν να τους εκτελούν. Μάλιστα τους είχανε εφοδιάσει με μια ταυτότητα (κάρτα) με τα στοιχεία τους γραμμένη στα Γερμανικά.
Ένας σιδηροδρομικός, ονόματι Χρύσανθος, που ‘χε κάνει χρόνια στη Στάση Κερπινής, τι του θυμήθηκε εκείνη τη στιγμή, βγάζει και άρχιζε να φωνάζει:
«Παπίρε. ΄Ιο άις μπάν», δηλαδή «έχω κάρτα και είμαι σιδηροδρομικός».

Και ο Γερμανός τώρα με το φακό την είδε και τον έσπρωξε με τους σιδηροδρομικούς. Μετά έκανε έλεγχο σε όλους ζητώντας τους να δείχνουν την ταυτότητά τους. Ένας άλλος σιδηροδρομικός που ήτανε φύλακας στις «Πόρτες», περνώντας από εκεί οι Γερμανοί τον συλλάβανε και τον φέρανε επάνω στη Ζαχλωρού. Ξέχασε, ωστόσο, να πάρει μαζί του την κάρτα του που την είχε βάλει, πριν πλαγιάσει, μέσα στο πορτοφόλι του κάτω από το μαξιλάρι του. Πρόλαβε όμως και να φορέσει το υπηρεσιακό του καπέλο. Εδώ πάνω, λοιπόν, που γινόταν ο χωρισμός σιδηροδρομικών – «μελλοθανάτων», λέει στον Γερμανό:

«Εγώ αις μπάν».
«Παπίρε», (κάρτα) του λέει εκείνος
«Αις μπαν, καπέλο», του ξαναλέει ο φύλακας
Τότε παίρνει ο Γερμανός το καπέλο και το φοράει.
«Και γω αις μπαν», λέει με νοήματα και σπρώχνει το φουκαρά το φύλακα προς του μελλοθανάτους.
Εγώ, δεκαεφτά χρονών παιδί τότε, ήμουνα στην ομάδα των μελλοθανάτων, ενώ ο πατέρας μου στην ομάδα των σιδηροδρομικών. Μ’ έβλεπε από εκεί και ράγιζε η καρδιά του. Οι Γερμανοί μας βάλανε σε τριάδες επί της γραμμής του τρένου με πρόσωπο προς τα Καλάβρυτα. Ο πατέρας μου καθόταν πάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα. Πιάνει έναν Γερμανό και δείχνοντας εμένα του ‘λεγε με νοήματα:
«Αυτό, δικό μου παιδί»
«Νίχτ» του ‘κανε ο Γερμανός.
Ξεκινάει τότε ο πατέρας μου να ‘ρθει να καθίσει στη δικιά μου τη θέση και να πάω εγώ να πάρω τη δικιά του.
«Νιχτ, νιχτ, νιχτ», επέμενε ο Γερμανός.

Ένας Αυστριακός-ψηλός και σωματώδης- στεκότανε πιο δίπλα από το Γερμανό και έβλεπε τις διαπραγματεύσεις που έκανε με τον πατέρα μου. Με πολύ μεγάλη προσοχή –βοηθούσης και της νύχτας-φεύγει από κει και όπως ήμουνα εγώ στην τριάδα, έρχεται μπροστά μου και γυρίζει το χέρι του και με γραπώνει από το ύψος του ζωστήρα του παντελονιού μου και καλύπτοντάς με με το σώμα του και με πήγε με βηματισμό χελώνας, σιγά, σιγά, σιγά, σιγά και με άφησε κοντά στον πατέρα μου. Και έτσι γλίτωσα στο τσακ.

Γιατί αμέσως μετά τους οδήγησαν 100 μέτρα πιο πάνω και άρχισαν να τους εκτελούν. Το μυδράλιο που τους χτύπαγε από πίσω σταμάτησε σε ένα σημείο και άρχισε να βαράει μονόπλευρα. Οι τέσσερις ακρινοί, αυτοί που βάδιζαν παράλληλα με την κοίτη του ποταμού αλλά προς αντίθετη κατεύθυνση, βλέποντας ότι δεν τους πέτυχε κανένα βλήμα, ρίχνουνε έναν πήδο και πέφτουνε κάτω στο ποτάμι. Οι τρεις απ’ αυτούς που ήσαν κτηνοτρόφοι και ξέρανε τα κατατόπια, από πέτρα σε πέτρα περάσανε απέναντι και χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Ο τέταρτος ο Αγγελής ο Μητρόπουλος, πατέρας του Γιώργου του Μητρόπουλου, δεν τα κατάφερε να πηδήσει στην άλλη όχθη του ποταμού και να φύγει ψηλά στο βουνό, δεν τα κατάφερε. Και έμεινε μέσα στο νερό μέχρι το λαιμό και πίσω από μια πέτρα που τον προστάτευε. Αυτά μας τα διηγήθηκε και μας τα ‘δειξε ο μπάρμπα Αγγελάκης, μετά από δυο μέρες. Οι Γερμανοί, εντωμεταξύ, ρίχνοντας τη χαριστική βολή διαπίστωσαν ότι έλειπαν οι τέσσερις. Υποψιάστηκαν ότι διέφυγαν προς το ποτάμι, μια και προς το βουνό δεν υπήρχε διέξοδος. Αρχίσανε τότε να πετάνε χειροβομβίδες στο ποτάμι.

Image

Την ώρα που βαρούσε το μυδράλιο εμάς-δηλ. εμένα, τους σιδηροδρομικούς, τον οδηγό που τους έφερε από τους Ρωγούς, ένα Δημήτρη Τσελέπη και έναν άλλο πάλι Ζαχλωρίτη τον Βασίλη Καραπαναγιώτη, ο οποίος, ενώ είχε κρυφτεί σε κάτι θάμνους πάνω στο σπίτι του, έχασε την υπομονή του βγήκε και ήρθε κοντά μας- μας είχανε στα γόνατα και μας είχανε υποχρεώσει να φωνάζουμε: ¨Χάϊ Χίτλερ¨, ¨Ζήτω ο Χίτλερ¨. Φωνάζαμε, τι να κάνουμε; Και μετά μοιράσανε κάτι χαρτάκια που γράφανε: «Δώσατε τας ευχαριστίες σας στον Ε.Λ.Α.Σ.». Εμείς, δυο-τρεις δηλαδή, τα πήραμε, τα διαβάσαμε και τα πετάξαμε.

Το απόσπασμα που εκτέλεσε τους εννέα, αφού τους πετάξανε στο ποτάμι-άλλοι βρέθηκαν την άλλη μέρα στην ακροποταμιά και άλλοι κρεμασμένοι στα πλατάνια-γύρισε πίσω εκεί που βρισκόμαστε εμείς. Δύο Γερμανοί φεύγουνε και πάνε σε μια βρυσούλα- δίπλα εκεί στου Κουβαρά του Παντελή- γεμίζουνε τα παγούρια τους νερό και επέστρεψαν εκεί, σε μας, στον πλάτανο στις γραμμές. Και άρχισαν να πλένουνε τα αιματοβαμμένα χέρια τους, που ‘χανε πασαλειφτεί κατά τη χαριστική βολή.

Στη συνέχεια μας φορτώνουν από ένα γυλιό τον καθένα και μας ανεβάζουνε κατακόρυφα για Άνω Ζαχλωρού. Το χωριό μας κάτω καιγότανε. Σχεδόν όλα τα σπίτια ήτανε φουντωμένα στη φωτιά. Οι περιουσίες μας χάνονταν. Μόλις ανεβήκαμε λιγάκι, βρεθήκαμε μπροστά σ’ ένα μοναχικό σπίτι, άκαυτο. Σταματάμε. Φεύγει ένας Γερμανός και πάει και του ‘βαλε φωτιά. Οι υπόλοιποι, ώσπου να πάει και να γυρίσει, άρχισαν να μετρούνται. Βγαίνανε εξήντα εννέα, ενώ ήσαν εβδομήντα. Πάλι ξαναμέτρημα. Τίποτα. Ρίχνουνε δυο κόκκινες φωτοβολίδες. Το «απολωλός» βρέθηκε. Είχε μπλέξει στο βάθος του χωριού μέσα στη νύχτα και μέσα στους καπνούς και είχε χαθεί. Μόλις είδε τις φωτοβολίδες, άρχισε να φωνάζει. Του φωνάζανε και οι άλλοι από ψηλά. Ρίχνουνε τότε μια λευκή φωτοβολίδα, που έλαμψε ο τόπος. Ε, σμίξανε και συνεχίσαμε τον ανήφορο.
Φτάνουμε στο σχολείο το καινούργιο. Του βάζουνε φωτιά. Προχωράμε. Σ’ ένα δρομάκι συναντάμε τρεις Άνω Ζαχλωρίτες, μια γυναίκα, έναν Αντρέα Σπυρόπουλο και τον πατέρα του, τον Αγγελή Σπυρόπουλο. Ο ένας κρατούσε μια κούτα τσιγάρα, αυτά τα χύμα, τα «Έθνος», ο άλλος μια φιάλη με κρασί, για να τους προσφέρει. Οι Γερμανοί αδιαφόρησαν και προχώρησαν. Φτάνουμε στην εκκλησία. Καιγότανε. Ακούγαμε φωνές. Έκλαιγε μια μάνα που, όπως μάθαμε αργότερα, της είχανε σκοτώσει τα παιδιά στο λαγκάδι. Εκεί, μείναμε σχεδόν καμιά ώρα. Περιμένανε μια φάλαγγα από τους Ρωγούς, για να σμίξουνε. Μόλις ήρθε, ξεκινήσαμε πάλι την πορεία αλλά προς άλλη κατεύθυνση τώρα.
Μας κατεβάσανε στις γραμμές του τρένου και με οδηγό αυτόν τον Δημήτρη τον Τζελέπη από τους Ρωγούς συνεχίσαμε την πορεία προς τη Στάση Κερπινής.