Cookie Consent Settings
ΕΣΠΑ
Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Μέγα Σπήλαιο, 8 Δεκεμβρίου 1943

Image

 

Μαρτυρία π. Νικηφόρου Θεοδωρόπουλου

 

Οι Γερμανοί ανέβηκαν στο μοναστήρι στις 8 Δεκέμβρη το πρωί. Οι μοναχοί και το προσωπικό της Μονής έτρεξαν να τους περιποιηθούνε. Μάλιστα σε  δυο αξιωματικούς έστρωσαν κοιμηθούνε.

Το μεσημέρι λοιπόν, μάλλον το απογευματάκι ήταν, ήρθε απότομα ένας αγγελιαφόρος με ένα άλογο και δίνει ένα χαρτί στον αξιωματικό. Και μόλις το είδε αυτό, άλλαξε όψη, όπως μου είπαν. Αγρίεψαν και άρχισαν να μαζεύουν τους καλόγερους εκεί στην εκκλησία. Κατέβασαν και το Γέροντα Γαβριήλ σούρνοντας με τα πόδια και τους πήγαν πέρα στα ισώματα και τους σκότωσαν. Από τη μανία τους δεν γλύτωσε κι ένα καλογεροπαίδι, ο Ηλίας ο Ατσάρος-στην ίδια ηλικία με μένα, δεκατέσσερα στα δεκαπέντε. Ήταν ορφανό. Το είχε φέρει ο Μαριγόπουλος από την Αθήνα. Το ‘χε φέρει εκεί στον Καλλιόπιο και πρόσεχε και το γέροντα, τον Γαβριήλ..

Το καλογεροπαίδι, λοιπόν, την ώρα που οι Γερμανοί είχαν μαζέψει τους καλογέρους, έλειπε. Είχε πάει ψωμί στους Καραμπινιέρηδες απάνω στο φρούριο. Τώρα πώς βρέθηκαν οι καραμπινιέρηδες εκεί; Ακούστε. Όταν παραδόθηκαν στα Καλάβρυτα οι Ιταλοί και πήραν τον οπλισμό τους, οι αντάρτες μας στείλανε επτά Καραμπινιέρηδες εδώ πέρα και τους ταΐζαμε. Και αυτοί μόλις κατάλαβαν ότι έρχονται οι Γερμανοί πήγαν στο φρούριο επάνω. Αλλά την κίνηση αυτή καθώς το παιδί που τους πήγαινε το ψωμί, τα είδαν οι Γερμανοί από το απέναντι μέρος (Απάνω Ζαχλωρού). Μόλις το καλογεροπαίδι κατέβαινε στο μοναστήρι, δώσανε σήμα και το πιάσανε και το οδήγησαν μαζί με τους άλλους.

Image

Αργότερα πήγαν προς τα εκεί, προς τα ισώματα, αναζητώντας τους καλογέρους δύο γυναίκες, του φύλακα και του φούρναρη και οι τσοπάνηδες, αλλά δεν κατάφεραν να δουν τι είχε συμβεί, ήταν και νύχτα. Την άλλη μέρα πήγαν και είδαν καλύτερα: τους είχαν γκρεμίσει από το βράχο της Κισωτής. Ειδοποίησαν και τους άλλους καλογέρους στη Ροδιά και στα Τρυπιά, ήρθαν απάνω, περισυλλέξαμε τις σορούς τους και τους ενταφιάσαμε.

Την 1η του Δεκέμβρη εγώ είχα κατέβει κάτω με τα πόδια στο Μετόχι στα Τριπιά μαζί με άλλους καλόγερους να μαζέψουμε τις ελιές. Οι γέροντες πήγαν με τα ζώα απέξω, από την Μαμουσιά. Στις 8 του μηνός ο διάκος, ο Καλλιόπιος και τα κοπέλια αποφάσισαν να έρθουν επάνω και να φέρουν επτά ζώα φορτωμένα τρόφιμα, λάδια και φαγητό για δύο ασθενείς γέροντες και ένα παιδί. Μάλιστα έλεγε να πάρει κάτω τον ένα γέροντα να ξεχειμωνιάσει. Οι Γερμανοί είχαν ανέβει εκείνη την ημέρα επάνω στο μοναστήρι. Πήγε, λοιπόν, ο Καλλιόπιος να πάρει άδεια από το φρουραρχείο του Διακοφτού. Του λέει Φρούραρχος:

«Μην πας σήμερα, αύριο να πας».

 «Όχι, εγώ θα πάω», απαντάει αυτός.

Μάλιστα ένα θείο μου που είχαν κοντά τους τα κοπέλια, τον σκαμπίλισε κιόλα. Τα πήρε τα παιδιά και ήρθαν στα Ρελέϊκα, πέρασαν από το σπίτι του (από εκεί ήταν ο Καλλιόπιος) και έφυγε και ήρθε πίσω από τον Λαδοπόταμο και βγήκε στην κορυφή του ψηλού Σταυρού. Μπροστά όμως τους βγήκε Γερμανική φρουρά, τους έπιασαν και τους πήγαν στα Ισώματα το βράδυ. Εκεί τους εκτέλεσαν και πήραν τα ζώα.

Αν ερχόταν από εδώ κάτω, θα έμπαινε και θα τους έβρισκε σκοτωμένους, δεν θα τον πιάνανε. Αλλά είπε: «Θα πάω από πάνω εγώ» και έτσι τον έπιασαν. Πίστεψε ότι αυτοί (οι Γερμανοί) δεν θα’ λα βγουν επάνω, στον ψηλό Σταυρό.

Και μετά τα Καλάβρυτα γύρισαν οι Γερμανοί στο Μ. Σπήλαιο, στις 14 του μηνός πρωί. Ήρθαν εδώ και άρχισαν να καίνε και να λεηλατούν. Ούτε κοτέτσια άφησαν, ούτε τίποτα. Σπάσανε την πόρτα και πήγαν κάτω στα κελάρια και στις αποθήκες. Έχυσαν κρασιά, πήραν τα στάρια και ρίξανε στα μουλάρια, αραποσίτια και όλα τα κατέκαψαν. Το κτήριο δεν καιγόταν, γιατί ντουβάρια και τζαμαρίες ήταν, δεν είχε τίποτα να καεί. Αλλά έξω δεν άφησαν τίποτα. Το σπουδαίο ήταν πως το εκκλησάκι που ήσαν μέσα η εικόνα και τα άγια λείψανα και ό,τι πολύτιμο είχαμε παρέμεινε ανέπαφο. Οι πόρτες έμεναν κλεισμένες! Δεν παραβιάστηκαν.

Image

Εδώ είναι το μεγάλο μυστήριο. Ευλαβής ήταν αυτός ο χριστιανός και σεβάστηκαν την εκκλησία και δεν έβαλαν φωτιά; Τους στράβωσε η Παναγία; Και έτσι σώθηκε μόνη της η Παναγία!

Αργότερα το κτήριο της μονής ανακατασκευάστηκε και ανακαινίστηκε και κόστισε δέκα οκτώ εκατομμύρια δραχμές. Δεν υπήρχε ενδιαφέρον από κράτος! Μόνο, ένας Παναγής Τσαλδάρης (πρωθυπουργός) είχε βαφτιστεί εδώ και ρώτησε (πήρε τηλέφωνο):

«Σώθηκε η Παναγία;» 

«Ναι» 

«Τότε μην σας νοιάζει, το μοναστήρι θα το φτιάξω εγώ. Αφού σώθηκε η Παναγία, τα άλλα δεν μας ενδιαφέρουν τόσο». 

 

Πηγή ΔΜΚΟ