Cookie Consent Settings
ΕΣΠΑ
Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

Μύρτος, 15 Σεπτεμβρίου 1943

Image

Το πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα Τετάρτη οι Γερμανοί ξεκινούν από τα Τσέρτσα και στις 9 ή ώρα φτάνουν στο Βάτο. Ύστερα από δίωρη στάση στη τοποθεσία αυτή χωρίζονται σε δύο τμήματα και ο ένας λόχος με μια διμοιρία Βάφεν  Ες Ες φτάνουν στο Μύρτο.

Ο γερμανός αξιωματικός δηλώνει στον πρόεδρο του χωριού πως το χωριό θα καεί και δίνει προθεσμία δύο ώρες για να πάρουν οι κάτοικοι ότι μπορούν και φύγουν.

Η διμοιρία των Ες Ες ξεχύνεται μέσα στο χωριό και συλλαμβάνει δέκα (10) άνδρες  τους οποίους οδηγεί πίσω από τον Άγιο Αντώνιο και τους εκτελούν επί τόπου ενώ οι άλλοι Γερμανοί πηγαινοέρχονται στο χωριό μήπως ξεφύγει κανείς και εκτελούν στις θέσεις Πέτρου και Μαγατζέ άλλα επτά (7) άτομα, μεταξύ των οποίων μια γυναίκα μέσα στο σπίτι της και έναν ανάπηρο άνδρα.

Μετά τις εκτελέσεις οι Γερμανοί λεηλατούν το χωριό και στις 4 η ώρα το απόγευμα βάζουν φωτιά στα σπίτια. Για μέρες ολόκληρες από το Μύρτο ξεπηδούν καπνοί και όσοι κάτοικοι γλίτωσαν την εκτέλεση καταφεύγουν ξεριζωμένοι στα χωριά Καρκάσα, Ανατολή και στην Ιεράπετρα, ενώ ολόκληρη η περιοχή κηρύσσεται νεκρή ζώνη.
Οι Γερμανοί από το Μύρτο ενώνονται με μια άλλη ομάδα που  έφτασε στο χωριό και φεύγουν αργά το απόγευμα για το Βάτο και από εκεί σκορπίζονται σε όλη την παραλιακή ζώνη έως την περιοχή Ψαρή Φοράδα.

Δύο μέρες αργότερα σε μια αιφνιδιαστική επίσκεψη των Γερμανών στο Μύρτο συλλαμβάνονται μέσα στο χωριό τέσσερις άνδρες που είχαν επιστρέψει αναζητώντας ανάμεσα στα ερείπια κάτι από το βιός τους. Οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν για να μεταφέρουν στη παραλία διάφορα αντικείμενα από σπίτια που δεν κάηκαν και εκτέλεσαν έναν από αυτούς στη θέση Πλατανάκια. Με την εκτέλεση αυτή, οι εκτελεσθέντες στο Μύρτο φτάνουν τους 18. Το χωριό καταστρέφεται ολοκληρωτικά.

Ο Mύρτος καταστρέφεται

Μετά τήν καταστροφή των χωριών της Βιάννου, οι Γερμανοί προχωρούν στα χωριά του δυτικού διαμερίσματος της επαρχίας Ιεράπετρας. Η διαταγή είναι ρητή: Νά καταστραφεί όλη ή περιοχή, από τό πρώτο ανατολικά της Βιάννου χωριό μέχρι τό χείμαρρο Μύρτου. Ένα τάγμα Γερμανοί κατεβαίνουν από τό Συκολόγο καί διανυκτερεύουν στα Τέρτσα. Το  πρωί στις 15 Σεπτεμβρίου 1943 ημέρα Τετάρτη ξεκινούν. Βαδίζουν παραλία-παραλία και στις 9 ή ώρα περίπου φτάνουν στο Βάτο. Ύστερα από δίωρη στάση στην τοποθεσία αύτη, οι Γερμανοί χωρίζονται σε δύο τμήματα. "Ένας λόχος, με μια διμοιρία Βάφφεν Ες Ες καί με οδηγό τον αγροφύλακα Κόμη από τη Βιάννο, προχωρεί προς τό Μύρτο. Ό λόχος του πεζικού μέ τό λοχαγό του και τον αγροφύλακα προχωρεί κανονικά τό παλιό μονοπάτι πού πηγαίνει από τό Μύρτο στο Βάτο καί φτάνει στο χωριό. Προχωρεί καί στρατοπεδεύει στη Μεγάλη Χαρουπιά προς τά Γονικά.

Ανύποπτοι οι κάτοικοι του Μύρτου γιατί δεν είχαν κάμει τίποτα καί γιατί ή Σύμη πού έγινε ή μάχη είναι πολύ μακριά καί πιστεύουν πως δεν είναι δυνατό νά τους καταλογιστεί καμιά συμμετοχή η ευθύνη, βρίσκονται όλοι σχεδόν συγκεντρωμένοι στο χωριό. Ανάμεσα στους κατοίκους του Μύρτου είναι καί πολλές οικογένειες Γεραπετρίτικες, πού είχαν έρθει από την αρχή της κατοχής πιστεύοντας πως θα βρουν μεγαλύτερη ασφάλεια και ησυχία, αλλά και γιατί η ζωή στο χωριό θα ήταν πιο εύκολη, τη δύσκολη εκείνη εποχή.

Ό πρόεδρος όμως της κοινότητας Μιχαήλ Ανδρεοπούλης, πού κατάλα¬βε πώς ή άφιξη στο χωριό τόσων Γερμανών δεν έχει οπωσδήποτε καλό σκοπό, σκέφτηκε νά τους καλοπιάσει μέ κάθε τρόπο. Γεμίζει ένα κόσκινο καρύδια και αμύγδαλα και μια νταμουζάνα ρακή καί μαζί με τον πάντα αχώριστο συνεργάτη του αντιπρόεδρο Ιωάννη Στ. Φραντζικινάκη πηγαί¬νουν στη Μεγάλη Χαρουπιά για να τα προσφέρουν στους Γερμανούς. Αφού είδε πως οι Γερμανοί δέχτηκαν τό δώρο αυτό, ξεθαρρεύει καί καθώς ο λοχαγός μιλούσε άπταιστα τά αγγλικά, τον παρακαλεί να μη γίνει κακό στο Μύρτο. Ο αξιωματικός όμως του δηλώνει κατηγορηματικά πώς τό χωριό θα καεί, δίδει όμως προθεσμία δύο ώρες, για νά πάρουν οι κάτοικοι ό,τι μπορούν καί νά φύγουν. Μόλις οι κάτοικοι μαθαίνουν την είδηση αυτή αρχίζουν νά παίρνουν ό,τι πρόχειρο μπορούσαν καί νά φεύγουν.

Ό πρόεδρος όμως, στην προσπάθεια του να σώσει το χωριό ή τουλάχιστον νά πετύχει παράταση της προθεσμίας για τήν εκκένωση του χωριού - τό ότι θα σκότωναν δεν μπορούσε να το χωρέσει τό μυαλό του - ξαναγυρίζει στον αξιωματικό. Ο αξιωματικός όμως του άπαντα ψυχρά: «Πρόεδρε είπαμε τι θα γίνει» και αντί τη φορά αυτή τουλάχιστο να πάρει τήν οικογένεια του, μέ όσα πράγματα μπορούσε καί νά φύγει, όπως έκαναν οι περισσότεροι κάτοικοι, πηγαίνει για τρίτη φορά νά παρακαλέσει. Ό τολμηρός πρόεδρος δεν μπορεί νά πιστέψει πώς τό χωριό αυτό, πού τόσα χρόνια πιστά υπηρέτησε καί πόνεσε γι' αυτό, πού αγωνίστηκε για να το αναδείξει, είναι δυνατό νά καταστραφεί μέσα σε μια μόνο στιγμή, χωρίς καμιά αιτία. Η απάντηση όμως που πήρε, το ύφος και η έκφραση του Γερμανού αξιωματικού τον κάνουν νά παγώσει. Τότε πια παίρνει την απόφαση νά εγκαταλείψει και ο ίδιος το χωριό. Είναι όμως πολύ αργά. Ή προθεσμία εκπνέει...

Η διμοιρία των Βάφφεν Ες Ες πού ακολουθεί τό λόχο, πριν φτάσει στη μεγάλη στροφή πού βγάζει στο ανέδιασμα του Μύρτου, προχωρεί απάνω προς τήν βουνοπλαγιά καί καθώς περνά άπό τό Γέρο Λάκκο βρίσκει τον Εμμανουήλ Δ. Παπαδάκη άπό τά Γδόχια πού κρυβόταν εκεί και τον σκοτώνει. Ο γιος του Γεώργιος Παπαδάκης, πρόεδρος της Κοινότητας Γδοχίων, που ήταν καί αυτός κρυμμένος εκεί κοντά καί είδε τήν εκτέλεση του πατέρα του, γράφει αργότερα στο βιογραφικό σημείωμα του: «...όταν μέ αντελήφθησαν οι Γερμανοί άρχισαν να μου βάλλουν καί μένα με τά πολυβόλα. Αμέσως έπεσα κάτω και έκανα τον πεθαμένο... καί ευτυχώς δεν πέρασαν άπό τό δρόμο μου τό τάγμα θανάτου που έκαμε τις εκτελέσεις στο Μύρτο. Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, σηκώθηκα καί ακολούθησα τό δρόμο Γδοχίων Μύρτου καί πήγα εκεί που είχα αφήσει τό ζώο μου. Κάθισα λίγο καί παρακολουθούσα τό στρατό νά κάνει μπάνιο ήσυχα-ήσυχα...».

Κατεβαίνει λοιπόν ή διμοιρία των Ες-Ες στην παραλία καί κάνει μπάνιο μέ τήν ησυχία της στη θάλασσα. Ύστερα ανεβαίνει άπό τό ρυάκι, φτάνει λίγο πιο πάνω άπό του Φραντζιτσίνη τη μάντρα, προχωρεί προς τό Μύρτο και μπαίνει μέσα στο χωριό άπό το δρόμο των Γδοχίων. Γι' αυτό έλεγαν αργότερα οι Μυρτιανοί πώς ή διμοιρία αυτή των Γερμανών, τό Τάγμα Θανάτου, ερχόταν άπό τά Γδόχια. Η ώρα είναι δύο μετά τό μεσημέρι. Μόλις φτάνει ή διμοιρία των Ες Ες, ενώνεται μέ τους Γερμανούς πού είχαν έρθει πιο ενωρίς καί όλοι μαζί ξεχύνονται στο χωριό, με τέτοια αγριότητα, που δεν αφήνει να φανεί τίποτε τό ανθρώπινο στην κτηνώδη έκφραση τους. Συλλαμβάνουν όσους αθώους βρίσκουν καθυστερημένους μέσα στο χωριό και ανάμεσα σ' αυτούς και τον πρόεδρο με τον αντιπρόεδρο του Μύρτου. Δέκα είναι όλοι όσοι πιάστηκαν την ώρα εκείνη στο χωριό.

  1. Μιχαήλ Ν. Άνδρεοπούλης- έτος γεννήσεως  1889
    2.    Ιωάννης Στ. Φραντζικινάκης-έτος γεννήσεως  1896
    3.    Βασίλειος Έμμ. Παπαδοπούλης- έτος γεννήσεως  1894
    4.    Εμμανουήλ Β. Παπαδοπούλης-έτος γεννήσεως  1923
    5.    Εμμανουήλ Κ. Πρατικάκης-έτος γεννήσεως  1877
    6.    Βασίλειος Έμμ. Πρατικάκης, έτος γεννήσεως 1903
    7.    Ιωάννης Στ. Αναγνωσταλάκης-έτος γεννήσεως 1907
    8.    Ευάγγελος Στ. Άναγνωσταλάκης-έτος γεννήσεως 1920
    9.    Απόστολος Ξενικάκης από τήν Κάτω Σύμη
    10.   Γεώργιος Μανιαδάκης από τήν Ιεράπετρα

Όλους αυτούς τους οδηγούν πίσω από των Άγιο Αντώνιο ακριβώς στη θέση που είναι τώρα το σπίτι του Ιωάννη Γ. Δημητρομανωλάκη καί τους εκτελούν χωρίς καμιά άλλη διαδικασία, ενώ άλλοι Γερμανοί πηγαινοέρχονται στο χωριό μήπως τους ξέφυγε κανένας καί έξω από τό χωριό από τα πλατανάκια ως του Πέτρου καί τό Μαγατζέ και σκοτώνουν επί τόπου άλλα επτά άτομα, τους:

1.   Εμμανουήλ Ν. Στεφανάκη (ανάπηρος μέσα στο σπίτι του), έτος γεννήσεως  1902,
2.    Εμμανουήλ Ιωάννου Δασκαλάκη, έτος γεννήσεως  1861, Πλατανάκια
3.    Αικατερίνη Άντ. Κανάκη (μέσα στο σπίτι της), έτος γεννήσεως  1870
4.    Νικόλαο Έμμ. Μανωλιδάκη, έτος γεννήσεως  1916, Πέτρου
5.    Νικόλαο Γ. Φραντζικινάκη, έτος γεννήσεως  1896, Πέτρου
6.    Εμμανουήλ Ίωάν. Χανιαλάκη, έτος γεννήσεως  1881, Μαγατζέ
7.    Σταύρο Έμμ. Χανιαλάκη έτος γεννήσεως  1911, Μαγατζέ

Έτσι οι νεκροί στο Μύρτο τη μέρα εκείνη (15/9/1943) φτάνουν τους 17. Πρέπει νά σημειωθεί εδώ ότι τό Σεπτέμβριο του 1943 οι Γερμανοί εκτέλεσαν και τον Ενωμοτάρχη Γεώργιο Έμμ. Φραγκάκη από το Μύρτο. Ο Φραγκάκης υπηρετούσε σταθμάρχης Χωρ/κής στην Έμπαρο, όπου οι Γερμανοί είχαν κλείσει στο κρατητήριο του σταθμού δύο κρατούμενους από την περιοχή. Δύο χωρ/κες όμως ελευθέρωσαν τους κρατούμενους καί μαζί ανέβηκαν στο βουνό. Τότε οι Γερμανοί συλλαμβάνουν τό Σταθμάρχη. Σαρανταπέντε ημέρες τον έχανε ή οικογένεια του. Στο τέλος βρήκανε τό πτώμα του μέσα σε ένα βαθύ πηγάδι. Μετά τις εκτελέσεις οι Γερμανοί λεηλατούν τό χωριό καί στις 4 ή ώρα τό απόγευμα την ίδια μέρα βάνουν φωτιά στα σπίτια. Ό Μύρτος ύστερα από 53 χρόνια ζωής καί προόδου δεν υπάρχει πια. Μόνο μαύροι καπνοί  ξεπηδούν από τά σπίτια και τα μαγαζιά μέρες ολόκληρες, ενώ οι κάτοικοι του χωριού, όσοι γλίτωσαν από την εκτέλεση, διωγμένοι καί ξεριζωμένοι καταφεύγουν στα Καρκάσα, στην Ανατολή, στην Ιεράπετρα και ολόκληρη η περιοχή του χωριού κηρύσσεται νεκρή ζώνη.

Μερικά σπίτια που γλίτωσαν από τη φωτιά και τη λεηλασία των Γερμανών, λεηλατήθηκαν αργότερα άπό μερικούς Γεραπετρίτες καί Γραλυγιώτες που έρχονταν κάθε μέρα με βάρκες ή ζώα παρέα με Γερμανούς από την Ιεράπετρα και τη Γρά Λυγιά, που έπαιρναν και αυτοί το μερδικό τους. Λάδια, κρασά, ρακές, υφαντά λογής λογής, έπιπλα καί τρόφιμα ακόμη, μεταφέρθηκαν στην Ιεράπετρα και τη Γρά Λυγιά και πουλήθηκαν στη μαύρη αγορά ή χρησιμοποιήθηκαν από τους ίδιους τους ασυνείδητους αυτούς πλιατσικολόγους, ενώ οι νοικοκύρηδες, πού ήσαν δικά τους, πεινούσαν καί υπέφεραν στους τόπους της προσφυγιάς τους.

Πέρασαν χρόνοι πολλοί από τήν τραγική εκείνη εποχή, όταν κάποτε συνάντησα τον αγροφύλακα από τη Βιάννο, που είχαν μαζί τους οι Γερμανοί τότε σαν οδηγό. Όταν του έφερα τη κουβέντα για τα γεγονότα του 1943 και του ζήτησα ορισμένες πληροφορίες, πού μέ ενδιέφεραν, μου είπε ανάμεσα στα άλλα: «Όταν κατασκήνωσαν οι Γερμανοί στην άκρα του χωριού, με άφησαν για λίγο ελεύθερο και έκαμα μια βόλτα στο χωριό σας. Δε γνώριζα κανένα Μυρτιανό και φοβόμουν να μιλήσω. Όταν είδα όμως τό Γιώργη το Χατζάκη, που έτυχε να γνωριζόμαστε, του είπα πως οι Γερμανοί σκοτώνουν όσους πιάνουν και καίνε τα χωριά που περνούν και πως πριν ξεκινήσουν από το Βάτο για το Μύρτο σκότωσαν τον Δημητριανάκη από τα Γδόχια με άλλα τρία άτομα, μόνο αν μπορεί να ειδοποιήσει με τρόπο τους χωριανούς». Αν αυτά τά γνώριζαν οι κάτοικοι και ιδιαίτερα ο πρόεδρος του Μύρτου, θα γλίτωναν όλοι αυτοί πού εκτελέστηκαν.

Τήν ώρα που ο Μύρτος καιγόταν, μια άλλη ομάδα Γερμανών ξεκινά άπό τά Γδόχια, προχωρεί άπό τά Στενά όπου σκοτώνει τους πέντε Γδοχιανούς πού ακολουθούσαν μαζί της, μπαίνει στην περιοχή του Μύρτου από τον Μύλο, απλώνεται στον Κάμπο μέχρι τό Μαγατζέ και του Πέτρου και κατεβαίνει στο χωριό. Ενώνεται μέ τους Γερμανούς πού έκαμαν τις εκτελέσεις και έκαψαν τό Μύρτο και όλοι μαζί φεύγουν πολύ αργά το απόγευμα για το Βάτο και από εκεί σκορπίζονται σε όλη τήν παραλιακή γραμμή μέχρι τήν Ψαρή Φοράδα

Δυο μέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, Παρασκευή - καθώς διηγείται ο Εμμανουήλ Ιωάννου Γρυσμπολάκης - καταφθάνει στο Μύρτο ένας λόχος Γερμανοί άπό την Ιεράπετρα και μπαίνουν στο χωριό, από δυο σημεία, από τά Πλατανάκια ένα τμήμα καί από τις Κουτσούρες ένα άλλο τμήμα. Βρίσκουν μέσα στο χωριό τον Εμμανουήλ Ιωάννου Γρυσμπολάκη, το Γεώργιο Μιχ. Πιτροπάκη, τον Απόστολο Έμμ. Χρηστάκη και τον Ιωάννη Εμμανουήλ Χρηστάκη, που έχουν έρθει μήπως βρουν τίποτα στα σπίτια τους να γλίτωσε από τη φωτιά. Άλλα ο Μύρτος είναι πια νεκρή ζώνη και όσοι πιάνονται νά κυκλοφορούν μέσα στη ζώνη αυτή κινδυνεύουν νά εκτελεστούν.

Στάθηκαν όμως τυχεροί οι χωριανοί αυτοί και δεν τους σκότωσαν, τους ταλαιπώρησαν μόνο λιγάκι μια-δυο μέρες, γιατί τους πήραν οδηγούς μέχρι τήν Ψαρή Φοράδα. Τον Ιωάννη Χρηστάκη τον άφησαν αμέσως ελεύθερο λόγω της ηλικίας του. Όταν άφησαν καί τους άλλους τρεις ελεύθερους από τήν Ψαρή Φοράδα ξαναγυρίζουν στο Μύρτο καί βρίσκουν το χωριό πάλι γεμάτο Γερμανούς, πού είχαν έρθει μέ βάρκα, μαζί μέ κάποιο Χάϊνη, άπό τήν Ιεράπετρα, για πλιατσικολόϊσμα όπως φαίνεται. Οι Γερμανοί αυτοί έχουν πιάσει τον Εμμανουήλ Παπαδημητρόπουλο από τον Πεύκο, πού είχε έρθει στο Μύρτο άπό την αρχή των γεγονότων για μεγαλύτερη ασφάλεια καί είχε βρεθεί τη μέρα εκείνη μέσα στο χωριό, για να μεταφέρει - όπως λένε - μια ραπτομηχανή του κουνιά¬δου του Ιωάννου Σπυριδάκη που είχε γλιτώσει απ' τό κάψιμο. Μόλις φτάνουν στο χωριό ο Γρυσμπολάκης, ο Πιτροπάκης και ο Χρηστάκης, τους αγγαρεύουν οι Γερμανοί και μαζί με τον Παπαδημητρόπουλο μεταφέρουν στην παραλία διάφορα αντικείμενα μέσα από σπίτια που έτυχε να μην καούν.

Σαν τελείωσε η αγγαρεία, τους οδηγούν στα πλατανάκια πού είναι συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι Γερμανοί με τον επικεφαλής αξιωματικό. Εκεί ρωτούν τό Χαίνη αν γνωρίζει τά πρόσωπα αυτά και αυτός δηλώνει πως γνωρίζει μόνο τους τρεις. Για τον Παπαδημητρόπουλο λέει πως δεν τον γνωρίζει και πώς είναι μάλλον ύποπτος. Οι Γερμανοί τον θεωρούν πραγματικά ύποπτο γιατί ούτε ταυτότητα δεν έχει. Αφήνουν τότε ελεύθερους, το Γρυσμπολάκη, τον Πιτροπάκη καί το Χρηστάκη, ενώ τον Παπαδημητρόπουλο τον σκοτώνουν λίγη ώρα αργότερα εκεί επί τόπου. Έτσι καί μέ τον τελευταίο αυτό νεκρό οι εκτελεσθέντες στο Μύρτο φτάνουν τους δεκαοκτώ (18).