mnhmeio-pesontwn-gdoxiwnΤην ίδια ημέρα με την καταστροφή του Μύρτου, 15 Σεπτεμβρίου 1943, οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό Γδόχια, αφού προηγουμένως συλλαμβάνουν και εκτελούν επί τόπου σε διάφορα σημεία δώδεκα (12) άτομα από τα Γδόχια και την Κάτω Σύμη μεταξύ των οποίων τρεις (3) γυναίκες και ένα βρέφος 6 μηνών.
Μπαίνουν στα Γδόχια από τα Κάτω Γδόχια και τα Παπαδιανά και συλλαμβάνουν όλους τους κατοίκους άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Κλείνουν τους Κατωγδοχιανούς μέσα στην εκκλησία των Αγίων Δέκα και τους Παπαδιανούς και Δασκαλιανούς  μέσα στο σχολείο.
Την ίδια στιγμή λεηλατούν το χωριό και αρπάζουν ότι αξιόλογο υπήρχε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας μια ομάδα Γερμανών που μετακινήθηκε από Γδόχια προς Μύρτο συνέλαβε και οδήγησε στη θέση Στενά, όπου τους εκτέλεσε πέντε (5) άτομα από τα Γδόχια.

Ο αριθμός των έγκλειστων γυναικόπαιδων ήταν μεγάλος (από τα Παπαδιανά, και από την Κάτω Σύμη που είχαν καταφύγει στα Γδόχια με την ελπίδα να σωθούν) και δεν χωρούσαν πλέον μέσα στο σχολείο γι΄ αυτό γέμισαν και δύο ακόμη σπίτια. Το βράδυ μετακίνησαν τα γυναικόπαιδα από την εκκλησία των Αγίων Δέκα στα παπαδιανά για να τα συγκεντρώσουν όλα στο ίδιο μέρος και άφησαν τους άνδρες, 17 τον αριθμό στην εκκλησία.
Από εκεί , 9 η ώρα το βράδυ τους μετέφεραν στην τοποθεσία Καρτσανά και τους εκτέλεσαν. Μαζί τους εκτέλεσαν και ένα ακόμη ανάπηρο πνευματικά παιδί από το Συκολόγο που συνάντησαν στο δρόμο. Από τη χαριστική βολή διασώθηκε ο Ιωάννης Ν.Πηγιάκης.

Στα Κάτω Γδόχια έκαψαν ζωντανό πάνω στο κρεβάτι του έναν τραυματισμένο άνδρα και μια παράλυτη γυναίκα.
Ο τελικός απολογισμός της επιχείρησης των Γερμανών στα Γδόχια ανέρχεται σε 42 εκτελεσθέντες, μεταξύ των οποίων τέσσερις (4) από Κάτω Σύμη και έναν από το Συκολόγο. Επίσης εκτελέστηκαν στην Άνω και Κάτω Σύμη ακόμη 6 κάτοικοι Γδοχίων.
Τα γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν σε φάλαγγα προς την Ιεράπετρα χωρίς να τους επιτραπεί να πάρουν μαζί τους ούτε ένα κομμάτι ψωμί για τα παιδιά. Οι Γερμανοί περίμεναν αρκετή ώρα ώσπου να απομακρυνθούν τα γυναικόπαιδα, λεηλάτησαν το χωριό και έβαλαν φωτιά ρίχνοντας εμπρηστική σκόνη την οποία πυροδοτούσαν πυροβολώντας με τα πιστόλια. Μέσα σε λίγη ώρα το χωριό παραδόθηκε στις φλόγες ενώ τα πτώματα των εκτελεσμένων κείτονταν άταφα μέσα και έξω από το χωριό κατακρεουργημένα από τις σφαίρες.

Τα γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν στην Ιεράπετρα. Εκεί παρέμειναν για 15 περίπου ημέρες και μετά από έγκριση των Αρχών Κατοχής μοιράστηκαν στα γύρω χωριά ενώ. Στο μεταξύ επέστρεφαν δειλά στις οικογένειές τους οι άνδρες που διασώθηκαν. Οι νεκροί παρέμειναν άταφοι στα χωριά που είχαν κηρυχθεί νεκρή ζώνη και μόνο μετά από 45 ημέρες δόθηκε 24ωρη άδεια για  να περισυλλεγούν ότι είχε απομείνει από τα πτώματα και να ταφούν πρόχειρα.

 

Η βαρβαρότητα των Γερμανών στα Γδόχια

Ιδιαίτερη αγριότητα και βαρβαρότητα έδειξαν οι Γερμανοί στα Γδόχια. Καί αυτό ακριβώς, επιβεβαιώνει την πληροφορία, που αναφέρεται σε προηγούμενο κεφάλαιο, πως υπήρχαν σοβαρές κατηγορίες στους Γερμα¬νούς, εναντίον των κατοίκων των Γδοχίων. ‘Αλλά ας πάρομε με τη σειρά τους τα γεγονότα. Δυο μέρες μετά τη μάχη της Κάτω Σύμης, στις 14 Σεπτεμβρίου, το απόγευμα, καθόμουν με μια παρέα χωριανών έξω στην αυλή του σχολείου στα Παπαδιανά και  κουβεντιάζαμε για τήν κατάσταση. Εκεί που κουβεντιάζαμε, βλέπω την Αριάθνη Έμμ. Βουβάκη να κρατεί από τό χέρι την πιο μικρή αδελφή μου, εφτά χρονών τότε και να τη φέρνει στο μέρος που ήμουν. Εγώ ξαφνιά¬στηκα, γιατί η αδελφή μου ήταν με τη γιαγιά μου στην Κάτω Σύμη. Τά μάτια της ήταν πρησμένα από το κλάμα και όταν την ρώτησα πως βρέθηκε εδώ, μου είπε: «Η γιαγιά έφυγε από τό χωριό (την Κάτω Σύμη) για να ‘ρθεί στα Γδόχια. Επειδή όμως θα ερχόταν προπαταρά, εμένα μέ άφησε νά ‘ρθώ με τον μπάρμπα τό Μανώλη που είχε το γάιδαρο για να με βάλει να καβαλικέψω. Ό μπάρμπας όμως είχε δουλειά και πέρασε από την Απάνω Σύμη. Εκεί στη στράτα (στο Πορτί) ήτανε Γερμανοί. Έμενα με κατεβάσανε από το γάιδαρο και τον μπάρμπα τον έσκοτώσανε. Εγώ έφυγα άμοναχή και ήρθα. Στράτα-στράτα εθώρου πολλούς Γερμανούς και σκοτωμένους…».

Το ίδιο βράδυ, ύστερα από επιμονή του πατέρα μου, φύγαμε όλοι καί πήγαμε να περάσομε τη νύχτα «στων Τούρκω τσ’ Άσπες», τοποθεσία ανάμεσα Γδοχίων καί Κολλέκτου. Πήραμε και σκαπέτια για να μη φανεί πως κρυβόμαστε αλλά πως δουλεύομε στο χωράφι μας, σε περίπτωση που θα περνούσαν από εκεί Γερμανοί. Την επομένη, 15 Σεπτεμβρίου 1943, τό πρωί μου ήρθε μια έμμονη ιδέα να φύγω από εκεί και να πάω στο χωριό. Ό πατέρας μου, νομίζοντας πως θα κινδύνευα έτσι, επέμενε να μη φύγω. Στο τέλος αναγκάστηκα να φύγω κρυφά.

Η μητέρα μου είχε φύγει για το χωριό πιο νωρίς, για να φέρει ακόμη μερικά πράγματα εκεί που μέναμε. Μόλις έμπαινα μέσα στο σπίτι, ακούω μια γυναικεία φωνή να λέει: «Ο Βάτος εγέμισε Γερμανούς». Την ίδια στιγμή βλέπω τη μητέρα μου να μπαίνει στο σπίτι λαχανιασμένη και να μου λέει «φύγε παιδί μου». Εγώ επέμενα να μείνω για να τη βοηθήσω να πάρομε μαζί τα πράγματα, μπρο¬στά όμως στην επιμονή της, αναγκάζομαι και φεύγω. Μόλις φτάνω όμως στην Ξυλογαϊδάρα ακούω δυο πυροβολισμούς πολύ κοντά. Ξεστρατίζω τότε από το Κουμοτοπι και τραβώ ίσια κάτω από το χωράφι του Ιωάννη Πηγιάκη. Όταν περνούσα περίπου στη μέση στο χωράφι, φτάνουν οι Γερ¬μανοί στο ύψωμα, με βλέπουν και αρχίζουν να βάλλουν με τα πυροβόλα. Εκεί στο ύψωμα ακριβώς σκοτώνουν τον Ιωάννη Μιχ. Παπαδοπούλη, έτος γεννήσεως 1915, άπό τά Γδόχια. Λίγο πιο πάνω, στη Μάχα, τον Ιωάννη Βασ. Τσαγκατάκη, έτος γεννήσεως 1878 από τήν Κάτω Σύμη, στην Ξυλογαϊδάρα τον Χαράλαμπο Έμμ. Πιτροπάκη, έτος γεννήσεως 1929 από τά Γδόχια και το Γρηγόριο Έμμ. Σπυριδάκη, έτος γεννήσεως 1915, από τά Γδόχια και στο Μαύρο Κούτσουρο τον Εμμανουήλ Μιχ. Πιτροπά¬κη, έτος γεννήσεως 1897, από τά Γδόχια. Οι σφαίρες πέφτουν βροχή γύρω μου, εγώ όμως πηδώντας από τετάδα σε τετάδα προσπαθώ νά τις αποφύγω.

Μέσα σε αυτό τό πανδαιμόνιο των πυροβολισμών ακούω μια φωνή: «Αν θες νά ‘ρθει μαζί σου η κόρη μου, να μην την πιάσουν οι Γερμανοί». Όπως έτρεχα, ρίχνω μια ματιά δεξιά και αριστερά, αλλά δε βλέπω κανένα και ποτέ δεν έμαθα ποιος ήταν εκείνος που μου φώναξε. Μόλις φτάνω στο ρυάκι του Μαύρου Κούτσου¬ρου ανασαίνω, γιατί εκεί ήμουν προς ώρα ασφαλής. Προχωρώ μέσα από τό ρυάκι καί από χωράφια, αποφεύγοντας τό δημόσιο δρόμο καί φτάνω στο χωράφι μας στο Μύλο. Εκεί συναντώ τό Λεωνίδα Πηγιάκη καί συνεχίζομε μαζί την πορεία, χωρίς να γνωρίζομε πού πηγαίνομε. Φτάνομε στο Χάρακα μέσα στην πηγή, καθίζομε κάτω από μια χαρουπιά καί καθώς ήμουν νηστικός από τό προηγούμενο βράδυ καί πεινούσα πολύ έφαγα μερικά χαρούπια. Άπό εκεί συνεχίζομε τό δρόμο καί φτάνομε στην Ανα¬τολή, χτυπούμε στην τύχη την πρώτη πόρτα που συναντούμε, μας ανοί¬γουν και βλέπομε το γιατρό Χαράλαμπο Παπαδάκη, μέλος της Εθνικής Αντιστάσεως. Μας φιλοξενεί εκεί και τό απόγευμα μας δίδει λίγο ψωμί, μερικά τσιγάρα, χρήματα και φεύγομε. Περνούμε όλα τα γερμανικά φυλά¬κια με ψυχραιμία και φτάνομε στην Ιεράπετρα, οπού μας φιλοξενεί εκείνο το βράδυ ή Μαρία χήρα Τσικαλουδάκη ή Τζεϊράναινα. Ψηλά από την ταράτσα του σπιτιού της είδαμε τους καπνούς του Μύρτου πού καιγόταν.

Τό πρωί της ημέρας εκείνης, μόλις έφυγα εγώ για τά Γδόχια, φορτώνει δυο σταμνιά στο ζώο ό πατέρας μου καί ξεκινά για να πάει στο Βάτο, που είναι πιο κοντά, νά πάρει νερό. Οι Γερμανοί όμως που είχαν ξεκινή¬σει από το Βάτο για τα Γδόχια, πριν φτάσουν στα Ντυχαλά, βλέπουν τον πατέρα μου από μακριά. Μια ομάδα Γερμανοί τότε αλλάζουν πορεία και πηγαίνουν εκεί που είναι ο πατέρας μου. Πιάνουν αυτόν καί τους υπόλοιπους άντρες της οικογένειας και με συνοδεία πέντε Γερμανών τους οδηγούν στο Βάτο καί τους εκτελούν καί τους τέσσερις: τον πατέρα μου Εμμανουήλ Μιχ. Δημητριανάκη, έτος γεννήσεως 1892, τους δυο αδελφούς μου Ιωάννη έτος γεννήσεως 1915 και Μιχαήλ έτος γεννήσεως 1926 καί το γαμπρό μου Γεώργιο Έμμ. Άρχοντινάκη έτος γεννήσεως 1906. Μετά τήν εκτέλεση, καθώς βεβαιώνει ό αγροφύλακας Κόμης, βάνουν φωτιά στα πτώματα. Τις γυναίκες και τα παιδιά, δηλαδή τη μητέρα μου, την αδελφή μου με την κόρη της, τη νύφη μου με την κόρη της και τις δυο μικρές αδελφές μου 12 και 7 χρονών, τις παίρνουν οι Γερμανοί και τις οδηγούν στο χωριό.

Τό κύριο σώμα, ένα τάγμα των Γερμανών πού προχωρούν από το Βάτο για τα Γδόχια, φτάνουν στο Κούτελο, τοποθεσία λίγο έξω από το χωριό, συναντούν τρεις γυναίκες από την Κάτω Σύμη που μάζευαν χαρούπια και τις εκτελούν επί τόπου. Οι γυναίκες αυτές είναι: Η Καλλιόπη Χαρ. Συγγελάκη, έτος γεννήσεως 1896, η κόρη της Ζαχαρένια Χ. Ρηνάκη, έτος γεννήσεως 1915 και η πεθερά της Ζαχαρένιας Μαρία Ρηνάκη, έτος γεννήσεως 1888. Η Ζαχαρένια Ρηνάκη την ώρα που έφταναν οι Γερμανοί καθόταν σε μια χαρουπιά από κάτω και βύζαινε το μωρό της, ένα αγορά¬κι μόλις 6 μηνών. Οι κτηνάνθρωποι αυτοί όμως σκοτώνουν καί τη μητέρα και τό μωρό. Προχωρούν ύστερα και μπαίνουν μέσα στο χωριό, από τα Κάτω Γδό¬χια και τα Παπαδιανά. Αμέσως αρχίζουν και συλλαμβάνουν όλους τους κατοίκους, άντρες, γυναίκες, παιδιά καί τους μεν Κατωγδοχιανούς κλεί¬νουν μέσα στην εκκλησία των Αγίων Δέκα, τους δε Παπαδιανούς και Δασκαλιανούς μέσα στο σχολείο, ενώ άλλοι Γερμανοί λεηλατούν τά σπίτια καί παίρνουν ό,τι αξιόλογο βρίσκουν. Πρέπει νά σημειωθεί εδώ, πως τα Γδόχια είναι το μοναδικό χωριό και στις δύο επαρχίες πού συλλαμβάνουν ομαδικά τα γυναικόπαιδα και τα περιορίζουν μέσα σε κλειστούς χώρους.

Ο διοικητής του Τάγματος έχει εγκατασταθεί με το επιτελείο του στο σχολείο και ζητά επίμονα τον Πρόεδρο της Κοινότητας καί τον παπά του χωριού. Παρουσιάζεται η σύζυγος του προέδρου και λέει στον ταγματάρ¬χη, πως ο σύζυγός της είναι έξω στα χωράφια και εργάζεται. Της δίδει τότε ένα σημείωμα κα της λέει νά παρουσιαστεί ο πρόεδρος μέσα σε τρεις ώρες. Παίρνει εκείνη το σημείωμα και μαζί μέ την Ευδοξία Έμμ. Πατεραντωνάκη, για συντροφιά, φεύγουν για τό Γέρο Λάκκο να ειδοποιή¬σουν το σύζυγο της. Ας δούμε όμως τη συνέχεια όπως την περιγράφει ό ίδιος ο πρόεδρος στη βιογραφία του: «…Παίρνοντας τις γυναίκες, κατόπιν της αρνήσεως μου να φύγω και να μην παρουσιαστώ, μπήκαμε στο χωριό από το συνοικισμό Κάτω Γδόχια. Άκουα τους πυροβολισμούς διαρκώς κατά τη διαδρομήν μου ταύτην χωρίς να γνωρίζω πού οφείλετο… Πήγα στο σπίτι μου που ήταν κοντά στο σχολειό και χωρίς καθυστέρησιν παρουσιάστηκα εις τον αξιωματικόν του Τάγματος, πού αμέσως άρχισε τας ανακρίσεις, για όλες τις κατηγορίες κατά της Κοινότητος Γδοχίων. Εγώ φυσικά αρνήθηκα όλες τις κατηγορίες και είπα ότι εάν ήμουν ένοχος δεν θα προσερχόμουν ενώπιον του… Μου έδήλωσε ότι το χωριό θα πυρ¬ποληθεί την επομένην πρωΐαν 16ην Σεπτεμβρίου, τα γυναικόπαιδα θα μεταφερθούν συνοδεία εις την Ιεράπετραν. Μέ παρέλαβαν κατόπιν δυο Γερμανοί και με οδήγησαν εις την ομάδα που κρατούσαν στα Κάτω Γδόχια έξωθι του Υδραγωγείου».
Η ομάδα αύτη αποτελείτο άπό τους:
1. Εμμανουήλ Μιχ. Παπαδάκη, έτος γεννήσεως 1884
2. Εμμανουήλ Κ. Δασκαλογιαννάκη, έτος γεννήσεως 1878
3. Έμμ. Ίωάν. Δασκαλογιαννάκη, έτος γεννήσεως 1908
4. Μιχαήλ Ίωάν. Δρακάκη, έτος γεννήσεως 1900

Και ο πρόεδρος συνεχίζει: «…περνώντας έξωθι του σπιτιού μου, μου έζήτησαν τα γυναικόπαιδα (δεν είχαν συλληφθεί ακόμη) πληροφορίες και τους απάντησα ακριβώς: «Αύριο το πρωί θα καεί το χωριό, θα φύγουν τα γυναικόπαιδα συνοδεία για την Ιεράπετρα και για μένα, να με συγχωρέ¬σουν. Την στιγμήν αυτήν μου ρίχτηκε η σύζυγος μου και όλοι οι χωρια¬νοί σε ατέλειωτους ασπασμούς, οπότε ο Γερμανός στρατιώτης, αληθινός κακούργος, με χτυπάει με ένα αιχμηρό πεύκινο ξύλο σε σημείο να λιπο¬θυμήσω. Δίπλα μου στεκόταν υπό συνοδείαν και ο Ιωάννης Σταύρου Πιτροπάκης (έτος γεννήσεως 1911) τον όποιον έσπρωξαν βιαίως και κατέπεσεν στις πέτρες αιμόφυρτος. Και τους δυο μας οδηγούν βιαίως εις τον τόπον της συγκεντρώσεως και μας παρέδωσαν στον επιλοχίαν και τους στρατιώτες πού φύλαγαν τους άλλους. Δεν παρήλθεν όμως ώρα και αφίκοντο και πάλιν δύο Γερμανοί και έζήτησαν τον πρόεδρον, κατά διαταγήν του μόλις αφιχθέντος στρατηγού, στον όποιον εν τάχει με παρουσία¬σαν. Μου έκαμε και αυτός άνάκρισιν και με έκράτησε στο σχολείο. Τον Ιωάννη Πιτροπάκην και τους άλλους συγκεντρωθέντας δεν τους έπανείδον πλέον διότι τους έξετέλεσαν εις θέσιν Στενά Γδοχίων».

Πραγματικά το απόγευμα της ίδιας ημέρας μια ομάδα Γερμανών που μετακινήθηκε από τα Γδόχια στο Μύρτο, πήρε μαζί της τους πέντε Γδοχιανούς πού αναφέρονται λίγο πιο πάνω και τους σκότωσε στα Στενά, 20 μόλις μέτρα από το δημόσιο δρόμο. Τα γυναικόπαιδα πού συγκεντρώθηκαν από τα Παπαδιανά και τα Δασκαλιανά ήσαν πολλά, γιατί ανάμεσα τους ήσαν και οικογένειες από την Κάτω Σύμη πού είχαν καταφύγει στα Γδόχια για να σωθούν και έτσι δεν τα χωρούσε το σχολείο. Γι’ αυτό τα έβαλαν και σαι δυο σπίτια ακόμη, στο σπίτι του Γεωργίου Έμμ. Πατεραντωνάκη και Ιωάννη Εμμανουήλ Δασκαλογιαννάκη. “Όταν βράδιασε, οι Γερμανοί πήραν και τα γυναικόπαι¬δα που ήσαν στην εκκλησία των Άγιων Δέκα και τα μετέφεραν στα Παπαδιανά, για να είναι όλα συγκεντρωμένα.

Όταν έφευγαν για την Εκκλησία για να μεταφερθούν, η γυναίκα του Ιωάννου Λεβεντάκη έπιασε από το χέρι το παιδί της, ένα αγόρι 14 χρονών, για να το πάρει μαζί της. Ένας Γερμανός όμως έπιασε το παιδί από το άλλο χέρι και το τραβούσε, για να μείνει με τους άντρες μέσα στην εκκλησία. Τραβά με κλάματα η μητέρα, τραβά με βρισιές ο Γερμανός. Στο τέλος επεμβαίνει ένας άλλος Γερμανός και η μητέρα κερδίζει το παιδί της και το σώζει από την εκτέλεση.  Μέσα στην εκκλησία μένουν τώρα δεκάξι άντρες οι:
1.    Εμμανουήλ Νικολ. Παπαδάκης
2.    Εμμανουήλ Κ. Άρχοντινάκης
3.    Γεώργιος Μ. Σπυριδάκης
4.    Εμμανουήλ Ν. Πατεραντωνάκης
5.    Εμμανουήλ Γ. Πατεραντωνάκης
6.    Γεώργιος Μιχ. Μεταξάκης
7.    Κων/νος Γεωργ. Πατεράκης
8.    Εμμανουήλ Γ. Πατεράκης
9.    Γεώργιος Μ. Δασκαλάκης
10.    Γεώργιος Άντ. Δασκαλάκης
11.    Κων/νος Ν. Δημητριανάκης
12.    Νικόλαος Έμμ. Πηγιάκης
13.    Εμμανουήλ Γ. Γρυσμπολάκης
14.    Εμμανουήλ Γεωργ. Λενάκης
15.    Γεώργιος Έμμ. Καρπαθάκης
16.    Ιωάννης Ν. Πηγιάκης

Όλους αυτούς, τους παίρνουν στις 9 ή ώρα τη νύχτα με το φεγγάρι και τους σκοτώνουν στην τοποθεσία Καρτσανά. Καθώς προχωρούν για τον τόπο της εκτέλεσης, οι Γερμανοί πιάνουν στο δρόμο και ένα ανάπηρο πνευματικά παιδί από το Συκολόγο, 14-16 χρονών, πού λεγόταν Ιωάννης Κοσμαδάκης και βρέθηκε τυχαία στο πέρασμα τους και το εκτελούν και αυτό μαζί με τους άλλους. Από την εκτέλεση αυτή γλίτωσε σαν από θαύμα ο Ιωάννης Ν. Πηγιάκης πού διηγείται: «Ήμουν στο Μύλο, όταν επέρασαν από εκεί ο παπα-Ηρακλής και ο Γιώργης ο Ζαχαρόπουλος από τους Μύθους και μου λένε: τσοί Μυρτιανούς έδώκανε δυο ώρες προθε¬σμία για να εκκενώσουνε το χωριό και να πάρουν ό,τι μπορεί ο καθένας. Αμέσως ετοιμάστηκα κι εγώ να πάω στα παιδιά μου στα Γδόχια. Την ώρα που έπέρνου στο Κουμοτόπι, ήτανε απόγευμα, καιγόταν ο Μύρτος. Μόλις έφτασα στο σπίτι είδα ανοιχτή την πόρτα και έλειπαν όλοι. Τους είχαν πιάσει οι Γερμανοί και τους είχαν κλείσει στσ’ Αγίους Δέκα. Εκεί πού ήμουν ήρθανε δυο Γερμανοί μου προτείνανε τα όπλα και μου είπαν παρτί εκκλησία. Επήγα και εγώ στην εκκλησία και εκάθησα κάτω από την εικόνα των Αγίων Δέκα. Σιμώνει τότε ή γυναίκα μου και τση λέω: “Κοί¬ταξε από μέσα από το Ιερό να δεις αν στέκει κανένας σκοπός από κάτω. Εκείνη όμως μου λέει:’ «Αυτό που έβαλες στο νου σου να μην το κάμεις».

Την ώρα εκείνη μου φωνάξανε ο Κωστής Ν. Δημητριανάκης και ο Γιώργης ο Μεταξάκης να σιμώσω που είχανε ένα λαγό και τον έτρω¬γαν… Στις εφτά πάνω κάτω ή ώρα επήρανε τα γυναικόπαιδα και τους άντρες τους κρατήσανε μέσα στην εκκλησία. Οι Γερμανοί που επαίρνανε τσοί γυναίκες, έφέρανε και το Μανώλη τον Άρχοντικάκη και έγενήκαμε δεκαέξι άτομα. Ύστερα από πολλή ώρα μας επήρανε συνοδεία εννιά Γερμανοί. Άμα έφτάξαμε στου Μανώλη τση Μιχάλαινας το χωράφι, εκεί πού είναι τώρα το καφενείο του Γιώργη του Πατεραντωνάκη, μας εστήσανε στη γραμμή για να μας σκοτώσουνε. “Ένας Γερμανός όμως εμίλησε στους άλλους και μας πήρανε από εκεί και μας επήγανε στα Καρτσανά, στο χωράφι του παπα-Γιανναδάκη. Ήτανε νύχτα μα το φεγγάρι έφεγγε σαν την ημέρα. Εκεί μάς εστήσανε σε μία ντετάδα και από πίσω μας βάλανε τα πολυβόλα. Ήμουν κοντά με τον πατέρα μου και τον Κωστή το Δημητριανάκη. Αποχαιρετιστήκαμε με τον πατέρα μου και ύστερα είπα στον Κωστή να τρέξουμε, αλλά μου απάντησε: «πιο γλυκύς θάνατος από τη σφαίρα δεν υπάρχει». Τότε εσκέφτηκα να πέσω κάτω μόλις αρχίσουνε οι Γερμανοί να βάνουνε με τα πολυβόλα και αν σωθώ.

Μόλις άρχισαν οι Γερμανοί να βάνουνε, έπεσα κάτω. Τότε είδα ένα παιδί 14 με 15 χρονών από το Συκολόγο, που το λέγανε Κοσμαδάκη Ιωάννη και ήτανε στην αρχή τση γραμμής, να τρέχει για να φύγει. Ένας Γερμανός όμως το πρόλαβε, το ‘πιασε άπου το χέρι, το σκότωσε με το περίστροφο και ύστερα το ‘συρε και το ‘φερε εκεί που ήτανε πεσμένοι και οι άλλοι. Ύστερα εχαμηλώσανε τα πολυβόλα και ερίχνανε στα πτώ¬ματα.   Τότε επήρα μια ριπή στο δεξί μου χέρι. Μετά ερίξανε τη χαριστική βολή, από τα αριστερά προς τα δεξιά. Μου έριξαν πέντε σφαίρες αλλά δε με βρήκε καμιά. Όταν ετελείωσαν τις χαρι¬στικές βολές, ήκουσα ένα Γερμανό να λέει ελληνικά: εντάξει. Κάτω από την τετάδα ήτανε ένας μεγάλος σκίνος. Εκεί ήκουα κάποιον πού σπαρταρούσε, βλέπω όμως ένα Γερμανό πού κατέβηκε και τον αποτελείωσε. Όταν εφεύγανε τους άκουα που εγελούσανε πολύ δυνατά. Έχω την γνώμη πώς άπου τους εννιά Γερμανούς που μας εκτελέσανε, μόνο οι τέσσερις ήσαν Γερμανοί και οι άλλοι πέντε Έλληνες γκεσταπίτες, γιατί αυτοί οι πέντε δεν εμιλούσανε καθόλου.

Μόλις έκατάλαβα πως οι Γερμανοί απομακρυνθήκανε πια αποφάσισα να φύγω. Το χέρι μου ήταν σε άθλια κατάσταση και τότε έκατάλαβα πως είχα χτυπηθεί και στο σβέρκο. Όταν εσηκώθηκα βλέπω το Γιώργη το Σπυριδάκη και καθότανε ανάμεσα στους σκοτωμένους, αλλά δε μου μίλησε καθόλου. Εγώ προχώρησα. Τότε έκατάλαβα πως ο Σπυριδάκης ερχότανε πίσω μου κολοσυρτός. Είχε χτυπηθεί άσχημα και στα δυο του πόδια και δε μπορούσε να περπατήσει. Καλά-κακά έφταξε ίσαμε του Παπαδημητρόπουλου τ’ αλώνι. Εκεί εξαντλήθηκε και έμεινε, και εκεί τόνε βρήκανε ύστερα ποθαμένο από την αιμορραγία. Εγώ βοήθεια δε μπορούσα να του δώσω. Συνέχισα σιγά-σιγά το δρόμο μου και έφτασα στο Κάτω Μαχαιρίδι, ευρήκα ένα σπήλιο και μπήκα μέσα. Έκοψα το τσικουροβάσταγό μου και ήδεσα γύρω στο τραύμα του χεριού μου μία ζακέτα τση γυναίκας μου πού έτυχε να κρατώ μαζί μου…

Έτσι ύστερα από πολλές περιπέτειες έφτασα στη Γεράπετρο και αμέσως με πήγανε στην Κλινική του Παπαϊωάννου… Την άλλη μέρα ήρθε ο Παύλος ο Θεοδωράκης, Γραμματέας της Επαρχιακής Επιτροπής Ιεράπετρας του ΕΑΜ και με πήγε ο ίδιος στο Ηράκλειο στην κλινική του Γιαμαλάκη. Στην κλινική αυτή έκαμα 84 μέρες. Ύστερα με έδιωξαν και επήγα στο Πανάνειο Νοσοκομείο που έμεινα άλλους δυο μήνες. Όλο αυτό το διάστημα με συντηρούσε η  οργάνωση, μου έστελνε τακτικά κάποιο Κ. Γιγουρτσή. Στο τέλος όμως η Συγγελάκαινα ή Τηγανίταινα από την Κάτω Σύμη, μητέρα του προδότη Γιώργη Συγγελάκη που εκτελέσανε οι αντάρτες στον Πεύκο, μας πρόδωσε στους Γερμανούς, εμένα, το Γιώργη το Μαστραντωνάκη, το Θάνο τον Παπαδημητρόπουλο και τον Γιάννη το Βροντινο. Με ειδοποίησε όμως ο Γιγουρτσής που μου έβγαλε ψεύτικη ταυτότητα και με έδιωξε από το Νοσοκομείο. Πήγα τότε για λίγες μέρες στο ξενοδοχείο της Μαρίας Μανούσου, που ήταν και αυτή οργανω¬μένη στην Αντίσταση και από εκεί γύρισα στα Γδόχια…

Από αυτούς που αναφέρει ο Ιωάννης Πηγιάκης, ότι προδόθηκαν στους Γερμανούς, κατάφεραν να ξεφύγουν ο ίδιος και ο Γεώργιος Μαστραντωνάκης για τον οποίο γράφω σε προηγούμενο κεφάλαιο. Τον Ιωάννη Βροντινο, πρόεδρο Κάτω Σύμης την εποχή εκείνη, τον έπιασαν οι Γερμανοί, αλλά τον άφησαν αμέσως ελεύθερο. Δυστυχώς όμως ο Θάνος Παπαδημητρόπουλος, δικηγόρος από τον Πεύκο, δεν κατάφερε να ξεφύ¬γει. Λίγες μέρες μετά την έξοδο του από την κλινική Γιαμαλάκη πού νοσηλευόταν, τραυματίας και αυτός, από τις εκτελέσεις του Πεύκου, ετοι¬μαζόταν τον Ιανουάριο του 1944 να πάει στο Άρκαλοχώρι και από εκεί να φτάσει στον Τσούτσουρο για να φύγει στη Μέση Ανατολή. Μια γερμα¬νική περίπολος όμως τον έπιασε μέσα στο αυτοκίνητο και λίγες μέρες μετά τον έστειλαν στο φοβερό στρατόπεδο Μαουτχάουζεν της Αυστρίας, οπού έμεινε μέχρι τις 5 Μαΐου 1945 πού κατέλαβαν την περιοχή οι σύμμαχοι.

Και μετά την απαραίτητη αυτή παρένθεση, ξαναγυρίζομε στα γεγονότα των Γδοχίων.
Μέσα στο σπίτι του, στα Κάτω Γδόχια, οι Γερμανοί καίνε ζωντανό πάνω στο κρεβάτι του τον Γεώργιο Έμμ. Μπεκράκη, έτος γεννήσεως 1892, πού είχε τραυματιστεί σοβαρά στο πόδι προσπαθώντας να ανοίξει πηγάδι στην αυλή του. Σκοτώνουν επίσης, έξω από την αυλή του σπιτιού της, την παράλυτη Χαρίκλεια Γ. Ξανθάκη, έτος γεννήσεως 1875.

Έτσι στα Γδόχια εκτελούνται συνολικά σαράντα δύο (42) άτομα από τα οποία τέσσερα είναι από την Κάτω Σύμη και ένα από το Συκολόγο. Εκτελούνται στην περιοχή Κάτω και Απάνω Σύμης έξι (6) Γδοχιανοί. Επομένως το σύνολο των Γδοχιανών πού εκτελέστηκαν είναι τριάντα επτά (37).

Ανάμεσα στις οικογένειες τις Κατωσυμιανές που ζήτησαν καταφύγιο στα Γδόχια, είναι και η σύζυγος του ταξιάρχου Δημητρίου Μανουσάκη με το γιο του Νικόλαο, φοιτητή τότε της Ιατρικής. Η μητέρα του, μόλις μπήκαν οι Γερμανοί στα Γδόχια, τον έκρυψε στο στάβλο του Εμμανουήλ Αλεξομανωλάκη και του έριξε πάνω πολλά κλαδιά για να μη φαίνεται. Σχετικά ο Γεώργιος Παπαδάκης γράφει: «Την νύκτα αυτή της 15ης προς την 16ην Σεπτεμβρίου, πολύ απασχοληθήκαμε δια τον φοιτητήν και όταν έριφθη η ιδέα και μου εζητήθη η γνώμη μου, για να ντυθεί γυναικεία, δεν μπορούσα να πω ούτε ναι ούτε όχι, διότι εάν τον ανακάλυπταν θα έκαναν μεγάλο κακόν εις τα γυναικόπαιδα. Γι’ αυτό δεν ανέλαβα ευθύνην… Την νύκτα ούτος μετεκινήθη στο στάβλο του Στυλιανού Πιτροπάκη και έκρύφτηκε πίσω από ένα φούρνο. Μέσα ήσαν δεμένα ζώα. Την νύκτα οι Γερμανοί που ερευνούσαν με τους φακούς έφώναξαν εδώ μούλε και απεχώρησαν… Κατά την 8ην πρωινήν της 16ης Σεπτεμβρίου προσέρχε¬ται ο φοιτητής Μανουσάκης και έδήλωσεν στην γαλλικήν που έγνώριζε, ότι ο πατέρας του είναι ταξίαρχος τραυματίας του Αλβανικού πολέμου και ότι αυτός είναι ξένος των γεγονότων και βρέθηκε στα Γδόχια προς επίσκεψιν συγγενών του κατά τάς διακοπάς και ότι είναι φοιτητής… Ο στρατηγός μου ζήτησε να δηλώσω εάν αυτά είναι αληθή πράγμα που έπραξα. Τότε διέταξε ο φοιτητής να ακολουθήσει την φάλαγγαν των γυναικόπαιδων δια Ιεράπετραν». Στο σημείο ακριβώς που έγινε η συνά¬ντηση με τον Γερμανό στρατηγό, ο πατέρας του Μανουσάκη έκτισε, λίγο αργότερα, με δικά του έξοδα την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Και ο Γεώργιος Παπαδάκης συνεχίζει στη βιογραφία του: «Εδόθη εγγράφως διαταγή εις την σύζυγόν μου επικεφαλής της φάλαγγος, να φύγει αμέσως και ούτω από την στιγμήν εκείνην, έμεινα ο μόνος πολίτης μέσα στο χωριό. Η φάλαγγα των γυναικόπαιδων ήταν τόσο μεγάλη, που ενώ ή κεφαλή έφτανε στην Ξυλογάϊδάρα, οι τελευταίες γυναίκες βρίσκο¬νταν ακόμη στο χωριό. Ώραν πολλήν ανέμενον οι Γερμανοί την πλήρη άποχώρησιν των γυναικόπαιδων δια να βάλουν φωτιά στο χωριό… Είδα τον τρόπον που έβαλαν φωτιά στο σχολείον. Με το αριστερό χέρι έκρατουσαν το κουτί με την σκόνην ξηράς βενζί¬νης και με το δεξιό το πιστόλι και μόλις ξετίναξαν απ’ έξω από το παράθυρον την σκόνην έπυροβόλησαν. Το θέαμα πού αντίκρισα ήταν τρο¬μερό. Φλόγες και μαύροι καπνοί έβγαιναν από τις πόρτες και τα παράθυ¬ρα…».

Έτσι μέσα σε λίγα μόνο λεπτά φλόγες και μαύροι καπνοί κύκλωναν όλο το χωριό και ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό, ενώ 42 πτώματα παιδιών, γυναικών, γερόντων και νέων, κείτονταν άταφα μέσα και έξω από το χωριό, κατατρυπημένα από τις σφαίρες των Γερμανών δολοφόνων.
Κάποιος Γερμανός στρατιώτης Θωμάς Αιμπα, που ισχυριζόταν μάλι¬στα πως η μητέρα του ήταν Ελληνίδα από την Πάτρα και μιλούσε πολύ καλά τα Ελληνικά, είπε στον πρόεδρο της Κοινότητας Γδοχίων πέντε-έ’ξι μήνες μετά την καταστροφή, πού έτυχε να ξαναπεράσει από τα Γδόχια, πως εκείνο το βράδυ στις 15 Σεπτεμβρίου ό Μπρόγερ, διοικητής του Φρουρίου Κρήτης, είχε διατάξει να καούν το πρωί τα γυναικόπαιδα που είχαν συγκεντρωθεί στο σχολείο και τα δύο σπίτια μαζί με τα κτίρια. Η διαταγή όμως αύτη ανεστάλη την αυγή στις 16 Σεπτεμβρίου, λίγες ώρες μόλις πριν πυρποληθεί το χωριό.

Παρά την ολοκληρωτική καταστροφή και την αρπαγή και λεηλασία από τους Γερμανούς, σώθηκαν σε μερικά παράμερα δωμάτια, πού έτυχε να μη φτάσει η φωτιά ή να μείνουν μισοκαμμένα, αρκετά πράγματα σε τρόφιμα και ρουχισμό, που θα βοηθούσαν πολλές οικογένειες που έμειναν ορφανές να συντηρηθούν για πολλούς μήνες, αν ασυνείδητοι χωριανοί δεν τα έκλεβαν. Και πρέπει να σημειωθεί εδώ, πως οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν στα γυναικόπαιδα να πάρουν απολύτως τίποτε, ούτε ένα ξεροκόμματο ψωμί για τα μικρά παιδιά, εκτός από τα ρούχα πού φορούσαν.

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος