ΜΝΗΜΕΙΟΗ  μανία όμως και το μίσος των Ιταλών φασιστών και των ντόπιων συνεργατών τους δεν σταμάτησε στο Δομένικο. Επόμενος στόχος τους ήταν η περήφανη ανταρτομάνα Τσαριτσάνη. Σαν σπουδαίο βιοτεχνικό και πνευματικό κέντρο της Επαρχίας Ελασσόνας που ήταν η Τσαριτσάνη από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με έδρα Γυμνασίου και Βιβλιοθήκης, δημιουργήματα του μεγάλου τέκνου της Οικονόμου εξ Οικονόμου, ανέπτυξε μια δραστήρια εργατική τάξη, οικοδόμων, καπνεργατών και άλλων τεχνιτών, οι περισσότεροι από τους οποίους διέθεταν γυμνασιακή μόρφωση. Ήταν επομένως φυσιολογικό τα πρώτα φτερουγίσματα του αντάρτικου να ξεκινήσουν από εκεί. Έτσι, όπως ιστορικά γνωρίζουμε, οι Νίκος Δημ. Ξυνός με το ψευδώνυμο Ζωντανός και αργότερα Καπετάν Σμόλικας, Διοικητής της 9ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, Λευτέρης Βασιλείου Παραστέργιος ή Κρινάκης, Ξενοφών Δημητρίου Παπανικολάου ή Φώντας, Κώστας Σπύρου Κηπουρός ή Μετσοβίτης, Μήτσος Πάππας ή Δαντές, Αντώνης Γρηγορίου Καραμήτσος, όλοι κάτοικοι Τσαριτσάνης και ο Βασίλης Ευαγγέλου Οικονόμου ή Μπαλτούμης, κάτοικος Δομενίκου, αποτέλεσαν την πρώτη ανταρτοομάδα του Ολύμπου. Εκτός όμως από αυτούς και οι περισσότεροι κάτοικοι Τσαριτσάνης είχαν ενταχθεί στις οργανώσεις του ΕΑΜ. Οι Ιταλοί γνωρίζοντας από τούς ντόπιους δοσίλογους τη δράση τους αυτή είχαν βάλει στο στόχαστρο την Τσαριτσάνη. Στις 17 Νοεμβρίου 1942 είχε εκδοθεί η παρακάτω διαταγή:
ΙΤΑΛΙΚΟΝ ΦΡΟΥΡΑΡΧΕΙΟΝ ΕΛΑΣΣΩΝΟΣ
Ελασσώνα 17 Νοεμβρίου 1942

ΔΙΑΤΑΓΗ

Εγώ, ο ανώτερος στρατιωτικός διοικητής της περιοχής Ελασσώνος, ταγματάρχης πεζικού ΑΝΤΟΝΙΟ ΦΕΣΤΙ, διατάσσω την απαγόρευσιν της κυκλοφορίας όλων των κατοίκων της πόλεως Τσαριτσάνης άμα τη δύσει του ηλίου. Κάθε παραβάτης θα εκτελείται επί τόπου άνευ ιδιαιτέρας προειδοποιήσεως.

Ο Φρούραρχος Αντόνιο Φέστι.
Φτάνουμε έτσι 24 μέρες μετά την καταστροφή του Δομενίκου στις 12 Μαρτίου 1943.
Με αφορμή την αποκάλυψη κάποιων πληροφοριοδοτών, του Βλαχολεγεωνάριου Θάνου Ζαλέτσικου, που τον μετέφεραν οι Ιταλοί από το Άργος Ορεστικό και παρουσιάσθηκε σαν «καταδιωκόμενος πατριώτης», του Πατρινού Ελληνοϊταλού Αρμάνδο Νατάλια και του Ιταλού Γιουζέπε Φάρρα από το Κόμο της Ιταλίας, που παρουσιάσθηκαν σαν Άγγλοι αιχμάλωτοι, και οι οποίοι φεύγοντας, κατηγόρησαν σαν αντάρτες όλους τους Τσαριτσανιώτες, στις 2 περίπου το μεσημέρι οι Ιταλικές δυνάμεις Ελασσόνας, ενισχυμένες από μια ίλη του Ιταλικού ιππικού που ήρθε από την πλευρά της Μηλούνας, κύκλωσαν την Τσαριτσάνη. Αρκετοί Τσαριτσανιώτες, ειδοποιημένοι από τον φύλακα του παρατηρητηρίου που είχαν στήσει για να ειδοποιούνται για τις επιδρομές των Ιταλών και που εκείνη την ημέρα ήταν ο Θωμάς Πετρούλης, διέφυγαν προς την πλευρά του Ολύμπου και σώθηκαν. Δεν κατάφεραν να διαφύγουν όμως και από την πλευρά της Μηλούνας, όπου από πυροβολισμούς της ίλης του ιππικού σκοτώθηκαν οι επιστήμονες Ζάχος Ευριπίδης, οδοντίατρος και Πούσης Βασίλειος, πολιτικός μηχανικός.

Στο μεταξύ κινήθηκε κατευθυνόμενη προς Τσαριτσάνη, ακολουθώντας τον δημόσιο δρόμο, ισχυρή θωρακισμένη φάλαγγα αυτοκινήτων με μελανοχιτώνες και συνεργάτες της Ρωμαϊκής λεγεώνας του Βασιλείου της Πίνδου, του πρίγκιπα ντιαμάντε (Διαμαντή). Μόλις έφτασαν από όλες τις πλευρές στα πρώτα σπίτια δόθηκε από τον επικεφαλής όλων των δυνάμεων συνταγματάρχη της Καραμπινερίας και εθνοσύμβουλο του Φάτσιο (τίτλος διακεκριμένων φασιστών) Αντόνιο Βάλλι η διαταγή ΦΟΚΟ (φωτιά). Φτάνοντας ο Βάλλι στην πλατεία διέταξε να σημάνουν οι καμπάνες για να συγκεντρωθούν οι κάτοικοι και έδωσε την κατηγορηματική διαβεβαίωση μέσω του αντιπροέδρου της κοινότητας Πέτρου Δημοβέλη ότι δεν θα πάθουν τίποτα. Δεν χρειάστηκε όμως πολύς χρόνος για να δείξει τις πραγματικές του διαθέσεις. Στην πλατεία εμφανίσθηκε ένας έφιππος στρατιώτης σέρνοντας από τα μαλλιά τον σωφέρ Ιωάννη Σαπουνά, που είχε προσπαθήσει να διαφύγει. Ενώ στην αρχή έπειτα από δημόσια ανάκριση διέταξε να αφεθεί ελεύθερος, στη συνέχεια και αφού από το συγκεντρωμένο πλήθος μια φωνή σπιούνου είπε: « Για κουμουνιστές ψάχνετε; Τον έχετε μπροστά σας », διέταξε την εκτέλεση του που έγινε από τον Ιταλό στρατιώτη με το περίστροφό του. Το πτώμα δε, το πέταξαν στο ποτάμι. Αμέσως μετά διέταξε να απομακρυνθούν τα γυναικόπαιδα και να σταλούν στην Ελασσόνα, με την εντολή να μην ξαναεπιστρέψουν. Μετά από μια μικρή σύσκεψη με τους υπόλοιπους αξιωματικούς, ξεχώρισε και απομάκρυνε από τις γραμμές των ανδρών 10 άτομα, κυρίως καθηγητές του γυμνασίου και γέροντες και έστησε τους υπόλοιπους στον τοίχο της πλατείας.

Έπειτα από λίγα λεπτά 40 πτώματα σκέπαζαν την ιστορική πλατεία με τον θρυλικό πλάτανο και το αίμα τους πότισε τη γη της και το δένδρο της λευτεριάς. Από το μολύβι που ξέρασαν τα πολυβόλα και από τις χαριστικές βολές των λεγεωνάριων που ακολούθησαν, ένας μόνο διασώθηκε, σκεπασμένος από τα πτώματα των άλλων. Λεγόταν Γιάννης Ζαρζώνης. Μέχρι το σούρουπο, που έφυγαν οι Ιταλοί, 360 από τα 600 σπίτια κάηκαν, αφού πρώτα λεηλατήθηκαν ολοκληρωτικά, όπως βέβαια και αυτά που δεν κάηκαν.
(Απόσπασμα από την ομιλία του Στάθη Ψωμιάδη, δημοτικού συμβούλου του Δήμου Ποταμιάς, στο Συνέδριο για την Εθνική Αντίσταση, που διοργάνωσε η Εταιρεία Διάσωσης των Ιστορικών Αρχείων στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό κέντρο, στη Λάρισα, στις 23-11-2002)-www.rwf.gr

Ιστοσελίδα Δήμου Ελλασόνα:  http://www.elassona.com.gr/

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος