ΜΝΗΜΕΙΟΜαρτυρία Αλεξάνδρας Ρεστέμη-Παπακωνσταντίνου

Στο βομβαρδισμό του χωριού μου, της Βυσωκάς, στις 29 Νοέμβρη του ’43 ήμουνα πάνω στα Ξυνταρέικα, σ’ ένα σπίτι. Ακούσαμε τ’ αεροπλάνα που ερχόσαντε  και πήραμε το ένα παιδί εγώ και το άλλο η μάνα μου: Τον Κυριάκο τον κράταγα εγώ και το μικρό, το Θανασάκη, τον βάσταγε η μάνα του.

Καταλάβαμε ότι θα μας βομβαρδίσουν και τρέξαμε να βγούμε πέρα στο λαγκάδι. Μας προλαβαίνουν τ’ αεροπλάνα∙ βλέπουμε ένα αεροπλάνο από πάνω, αμολάει δυο βόμβες κι ερχόσαντε κάτω σφυρίζοντας, η μια κατά πάνω μας κι η άλλη πιο πέρα. Κλείσαμε τα μάτια και περιμέναμε το τέλος… Η βόμβα δεν έσκασε όμως επάνω μας, έπεσε μέσα στο σπίτι και μας πνίξανε τα χώματα… Η άλλη χτύπησε το μωρό στο κεφαλάκι του και πήγε να το σκοτώσει. Όταν συνήλθαμε, το πήραμε, το πήγαμε στα Καλάβρυτα, αλλά πέθανε στο δρόμο και το φέραμε πίσω πεθαμένο…

Ο πατέρας μου είχε πάει στο σχολείο να βρει τα δυο μικρά παιδιά, τον Ανδρέα και τον Θανάση. Τα είχε πάει ο δάσκαλος πέρα στο λαγκάδι.

Τότε σκοτώθηκαν κάμποσοι στο χωριό. Ευτυχώς ήταν μια μέρα πριν τη γιορτή του Αγίου Ανδρέα, γιατί αλλιώς θα χανόταν πολύς κόσμος.

Στις 9 Δεκεμβρίου το πρωί θυμάμαι που πιάσανε όλους τους άντρες και τους πήγανε στην Αγία Άννα. Τους είχανε μαζέψει για να τους σκοτώσουνε. Ύστερα, ήρθε κάποιος από την Πάτρα, μίλησε με τον αξιωματικό που ήταν υπεύθυνος και τους άφησαν ελεύθερους. Τους είπαν –όπως μάθαμε από τον πατέρα μου, όταν επέστρεψε στο σπίτι–  ότι δεν θα τους πειράξουν, αν δε φύγουν απ’ το χωριό∙ οι περισσότεροι όμως φοβήθηκαν κι έφυγαν.

Στις 12 του μήνα βγήκαν οι Γερμανοί και μάζεψαν όλα τα πρόβατα και τα παιδιά που ήταν μαζί τους και τους πήγαν στα Καλάβρυτα. Εκείνη τη μέρα έπιασαν τέσσερις-πέντε και μας είπαν πως, αν δε φέρουμε το καλύτερο χαλί που έχει ο καθένας στο σπίτι του, θα τους σκοτώσουν. Πήρα κι εγώ ένα χαλί απ’ το γιούκο –απ’ τα ρούχα τα καλά που είχαμε– το πήγα στην πλατεία –όχι εγώ μόνο, όλο το χωριό– και τους αφήσανε ελεύθερους.

Την ώρα που πήγα στην πλατεία, ο πατέρας, που είχε μάθει ότι μας πήραν το παιδί, έφυγε για τα Καλάβρυτα, για να μάθει τι απέγινε. Μετά, τον πιάσανε κι αυτόν, τον κρατήσανε μέσα και την άλλη μέρα, στις 13, τον εκτέλεσαν.

Εμείς πήγαμε στου Κατσικαντρέα, εκεί στ’ αμπέλι, βλέπαμε τα Καλάβρυτα που καιγόντουσαν και κλαίγαμε. Θυμάμαι πως, όταν ερχόταν ο στρατός απ’ τα Καλάβρυτα, ξέκοψε ένας, ήρθε προς το μέρος μας και μας έδωσε να καταλάβουμε ότι πρέπει να φύγουμε, για μη μας σκοτώσουν. Φύγαμε, όπως είμαστε, με τα ρούχα που φορούσαμε – ούτε που ανεβήκαμε στο σπίτι να πάρουμε τίποτα– και πήγαμε πέρα στου Κατσιφάρα. Περάσαμε στο λαγκάδι, αρχίσανε οι Γερμανοί να χτυπάνε, πέσαμε κάτω, κρυφτήκαμε μέσα στο λαγκάδι κι όταν βγήκαμε από κει πήγαμε στη Γουμένισσα. Εκεί πήγαμε σε κάποιο σπίτι, θυμάμαι, και ζητήσαμε λίγο ψωμί να μας δώσουνε. Φεύγοντας από κει, πήγαμε σ’ ένα ξωκλήσι πάνω στο βουνό.

Στριμωχτήκαμε εκεί μέσα, πολύς κόσμος, και κάθε τόσο έφευγε κάποιος νεότερος και πήγαινε να μάθει αν έφυγαν οι Γερμανοί, για να γυρίσουμε στο χωριό. Έφυγαν έπειτα από δύο μέρες. Όταν επιστρέψαμε, βρήκαμε τα σπίτια μας καμένα. Πήγαμε στα Καλάβρυτα κι είδαμε το κακό που ‘χε γίνει. Όποιος είχε ανάμεσα στους σκοτωμένους δικούς τους ανθρώπους, έψαξε να τους βρει και τους έθαψε εκεί πέρα όπως μπορούσε… Όλα τα σπίτια ήταν καμένα, δεν υπήρχαν άνδρες, κανείς, μόνο γυναίκες υπήρχαν…

 

Πηγή.  ΔΜΚΟ

 

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος