1Το Μπλόκο της Κοκκινιάς, Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944

 
Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει.

Μαζί  με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Επικεφαλής της κτηνωδίας που θα εξελιχθεί σε λίγες ώρες, ο συνταγματάρχης Πλυντζανόπουλος, ο ταγματάρχης Γιώργος Σγούρος και ο διοικητής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Νίκος Μπουραντάς. Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών:

«Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.
Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους.

Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.
Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη είναι αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους.

Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά, τα παλικάρια γονατισμένα με τα πρόσωπά τους γυρισμένα προς τη Μάντρα περιμένουν με αγωνία. Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά.

mploko-kokkinias_xaraktiko-tassoyΟ συνταγματάρχης των ταγματασφαλιτών Ι.Πλυντζανόπουλος, που φοράει κάσκα και κρατά μαστίγιο, δίνει το γενικό πρόσταγμα. Ο ταγματάρχης Γ.Σγούρος με το γιο του «μπέμπη» (Θεόδωρο Σγούρο) που είναι ντυμένος τσολιάς και οπλισμένος με αραβίδα, παίρνουν θέσεις.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Οι προδότες Κιρκόρ Μπαταβιάν, Γρηγόρης Ιωαννίδης, Μπεμπέκογλου, Μεϊμάρης κ.α. αρχίζουν να υποδεικνύουν πατριώτες.

Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Πατριώτες, σηκώστε το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.

Ακολουθεί ο γραμματέας της ΚΟΒ Κιλικιανών του Κ.Κ.Ε., Παναγιώτης Ασμάνης που τον κομμάτιασαν στην κυριολεξία καθώς τον έσερναν για εκτέλεση. Τον σκότωσε ο ίδιος ο Πλυντζανόπουλος.

Οι δοσίλογοι Βακαλόπουλος, Παρθενίου, Τσιμπιδάρος, Τσανακαλιώτης, Τηλέμαχος, Μόρφης (της Ειδικής Ασφάλειας), Μητρόπουλος, Γκίνος μαζί με το λοχαγό Παπαγεωργίου και τον διερμηνέα Ανθόπουλο συνεχίζουν με το δάχτυλο τεντωμένο : «Εσύ εκεί, κι εσύ εμπρός σήκω. Εσύ ο κομμουνιστής».

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν ..και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος και του πατριωτισμού των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ηρωίδα και ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε (σύμφωνα με μαρτυρίες, από τον Τάσο Μπαλασάκη) το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν».

Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη ηρωίδα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Διαμάντω Κουμπάκη και η Αθηνά Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ  Νίνο ή Πέτρος.

Στην πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν  να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν.. Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν: Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα και τις ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι «Έλληνες» συνεργάτες τους  χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον Ι.Πλυντζανόπουλο και τον πιάνει από το λαιμό, Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.
Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 πατριώτες οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήταν και οι προδότες Μπατράνης και Μπεμπέκογλου.
Ο υπαστυνόμος Λευτέρης Παπανάγλου (*ήταν μέλος του ΕΑΜ) λαμβάνει εντολή από το Διοικητή του 5ου Αστυνομικού Τμήματος να επιβλέψει τη μεταφορά των εκτελεσμένων από το χώρο της Μάντρας στο Γ΄ Νεκροταφείο.. Κατόπιν διαταγής οι εργάτες του Δήμου θάβουν τους εκτελεσμένους της Μάντρας στο Γ΄ Νεκροταφείο και τους εκτελεσμένους των Καμένων στο Νεκροταφείο της Ανάληψης.

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού.

  Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

 

 


DSC017711-624x436
Από την επόμενη κιόλας ημέρα ενώ η φυσιολογική αντίδραση θα ήταν το πένθος, στην Κοκκινιά γίνεται κάτι πρωτόγνωρο. Ο λαός της πόλης μη μπορώντας να ξεπλύνει τα ανεξίτηλα σημάδια από αίμα σε κάθε γωνιά της πόλης, πενθεί με το δικό του τρόπο. Συσπειρώνεται ακόμη περισσότερο στις Οργανώσεις της Εθνικής Αντίστασης και το χωνί του ΕΑΜ ηχεί και πάλι στη πόλη και καλεί το λαό σε αγώνα ενάντια στο φασισμό.
Το ίδιο κιόλας βράδυ κυκλοφορούν χιλιάδες προκηρύξεις στην πόλη με εξέχουσα την ιστορική προκήρυξη της Κομματικής Οργάνωσης Κοκκινιάς του Κ.Κ.Ε. (όλες τυπώθηκαν στο παράνομο τυπογραφείο επί της Τζαβέλα και Αιτωλικού).

Την επομένη του Μπλόκου, ο λαός της Κοκκινιάς συγκεντρώθηκε έξω από το Δημαρχείο (Κονδύλη και Κινικίου) και ζητούσε  πληροφορίες για τους ομήρους. Η απάντηση του διορισμένου Δημάρχου Γρηγόρη Χατζή ήταν  «Δεν φταίνε καθόλου οι Γερμανοί, παρά φταίνε τα χωνιά».

Πάνω από το πυρωμένο σίδερο του κατακτητή υπήρξε η ψυχή των αδούλωτων Κοκκινιωτών οι οποίοι στο σύνολο τους κράτησαν ψηλά τη σημαία της αντίστασης, της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας, της εθνικής ανεξαρτησίας και του οράματος της λαϊκής κυριαρχίας. Όπως ανεξίτηλο είναι το αίμα των ηρώων σε κάθε γωνιά της πόλης μας, των ηρώων που αντιστάθηκαν στους ξένους κατακτητές και τα ντόπια φερέφωνά τους, έτσι ανεξίτηλες είναι και οι αγωνιστικές παρακαταθήκες του λαού της πόλης μας.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

 

Η οργανωμένη αντίσταση στην Κοκκινιά

Στην αντίσταση του λαού της Κοκκινιάς πρωτοστάτησε ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ κάτω από την πολιτική καθοδήγηση του ΚΚΕ οι ρίζες του οποίου είχαν φυτρώσει στην πόλη από πολύ παλιά. Ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ είχαν οργανωτική διάρθρωση σε ολόκληρη την πόλη, η κάθε μία οργάνωση με τα δικά της  καθοδηγητικά όργανα και τους δικούς της οργανωτικούς σκοπούς. Εδώ βέβαια δεν πρέπει να λησμονούμε τη σημαντική αντιστασιακή δράση που είχαν οι νέοι και οι νέες της ΕΠΟΝ Κοκκινιάς.
Το ΕΑΜ Κοκκινιάς το οποίο συσπείρωνε τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού της πόλης, ήταν η πιο ισχυρή και μαζική οργάνωση από τις τέσσερις που διέθετε το ΕΑΜ σε ολόκληρη την περιοχή του Πειραιά.

Την περίοδο εκείνη, η άρτια δομημένη και οργανωμένη δράση στην «παρανομία» συνέβαλε στην καλύτερη οργάνωση της αντίστασης του λαού και στη συσπείρωσή του στον οργανωμένο αγώνα. Κι όλα αυτά, παρά το φόβο, την τρομοκρατία, τον αγώνα για επιβίωση και κυρίως την πείνα, που μάστιζε το λαό μας. Οι παράνομες συσκέψεις στα σπίτια, η δουλειά με τους οπαδούς, η ενημέρωση του κόσμου με τα «χωνιά» το βράδυ, τα συνθήματα στους τοίχους, τα παράνομα «ραντεβού», η διακίνηση του παράνομου τύπου και κύρια ο αγώνας για τη δημιουργία και λειτουργία των συσσιτίων ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Για την καλύτερη περιφρούρηση της δουλειάς  των αντιστασιακών οργανώσεων, για τη μετάδοση των πληροφοριών, των αποφάσεων και των εντολών, υπήρχαν συγκεκριμένοι «σύνδεσμοι». Μετέφεραν τα μηνύματα για την ενημέρωση μεταξύ της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, της Επιτροπής Πόλης Πειραιά  του ΕΑΜ και των γραμματέων των τεσσάρων τομέων του ΕΑΜ Κοκκινιάς. Το ρόλο αυτό είχαν καθόλη την περίοδο  της γερμανοφασιστικής κατοχής δύο αγωνίστριες οι οποίες αψηφούσαν καθημερινά το θάνατο και το  κίνδυνο της σύλληψης. Ήταν η Νίκη Αυγουστάκη και η Πόπη Μιχαηλίδου.

Το παράνομο τυπογραφείο στήθηκε στην Κοκκινιά την Άνοιξη του 1943.Το τυπογραφείο δούλεψε μέχρι την απελευθέρωση, με μόνιμο τυπογράφο που έβγαζε όλες τις προκηρύξεις, αφίσες και γενικά το υλικό του ΕΑΜ ολοκλήρου του Πειραιά.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

 

Οι αιτίες και η λογική των μπλόκων

Τα μπλόκα έλαβαν χώρα κατά την περίοδο της Γερμανοφασιστικής Κατοχής. Δεν ήταν τυχαίες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ήταν καλά σχεδιασμένες επιχειρήσεις με σαφή στρατιωτικό σχεδιασμό.
Κυρίως οργανώνονταν σε συνοικίες που είχαν αναπτυγμένη αντιστασιακή δράση και βαθιές ιδεολογικές  και ψυχικές ρίζες. Σκοπός ήταν να αποδυναμώσουν το αντιστασιακό κλίμα, να αποδυναμώσουν την επιρροή του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ στο λαό, να εκφοβίσουν το λαό και να τον στρέψουν κατά της οργανωμένης αντίστασης. Από την Άνοιξη του 1944 τα μπλόκα στόχευαν και στην εκπλήρωση μιας από τις ιδεοληψίες του Χίτλερ, τη βίαιη επίταξη της εργατικής δύναμης της Ευρώπης για τους στρατιωτικούς και οικονομικούς σκοπούς της Γερμανίας.

Στα μπλόκα συλλάμβαναν κυρίως όσους είχαν ενεργό συμμετοχή στην αντίσταση, αλλά πάρα πολλές φορές  η αντιστασιακή δράση δεν ήταν κριτήριο σύλληψης. Πολλά ήταν τα θύματα από τα μπλόκα που δεν είχαν καμία ανάμειξη με την οργανωμένη αντίσταση. Όταν το αρχηγείο των SS στην Ελλάδα έδινε εντολή για τουφεκισμό καθόριζε μόνο τον αριθμό των θυμάτων και όχι τα ονόματά τους, γιατί η δικαιοσύνη των SS είχε στην ουσία αφήσει κατά μέρος την έννοια της προσωπικής ενοχής, στη λογική του εκφοβισμού και των ευθυνών όλου του ελληνικού λαού. Για πολλές συνοικίες τα μπλόκα έγιναν το ισοδύναμο των αντιποίνων ενάντια στα χωριά, η κύρια πηγή εκείνου του απρόβλεπτου φόβου και της ανασφάλειας που οι αρχές κατοχής ήθελαν να χαράξουν στο μυαλό του άμαχου πληθυσμού. Δυνάμεις Γερμανών μαζί με τα εξοπλισμένα απ΄ τους κατακτητές Τάγματα Ασφαλείας κύκλωναν τις συνοικίες κυρίως λίγο πριν ξημερώσει και από τα μεγάφωνα πρόσταζαν όλους τους άνδρες να κατέβουν στην κεντρική πλατεία. Έπειτα χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες άρχιζαν να ερευνούν τα σπίτια με διαταγή να πυροβολούν όποιον βρουν να κρύβεται.

Τα περισσότερα μπλόκα έγιναν με εντολή του Δρ. Βάλτερ Μπλούμε, διοικητή για τις υποθέσεις ασφαλείας των SS και στενό βοηθό του διοικητή των SS, Βάλτερ Σιμάνα. Ο Μπλούμε ήταν αυτός που ανάπτυξε τη «Θέση του Χάους» , που αφορούσε τις συστηματικές αντικουμμουνιστικές επιχειρήσεις στα προάστια της Αθήνας και του Πειραιά.

Ο Βάλτερ Σιμάνα παραδεχόταν ανοιχτά πως ο στόχος του ήταν να σπείρει τη διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες, ώστε «να επιτρέψει στους Γερμανούς να κάθονται πιο πίσω και να κοιτάνε με την ησυχία τους τη μάχη». Έτσι τα Τάγματα Ασφαλείας και η Χωροφυλακή αναλάμβαναν τον κύριο ρόλο στα μπλόκα για λογαριασμό των Ναζί, έχοντας πάντα όμως μαζί τους ισχυρότατες γερμανικές δυνάμεις.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

Η Μάχη της Κοκκινιάς (4-8 Μάρτη 1944)

Από τις 4 έως τις 8 Μάρτη 1944, η Κοκκινιά έζησε από τις πιο τραγικές μέρες της πολύχρονης ιστορίας της. Έγινε στόχος μεγάλων εχθρικών δυνάμεων. Δυνάμεων που αποτελούνταν από Ναζί, χωροφύλακες, ταγματασφαλίτες που είχαν συγκροτηθεί από τη δοσίλογη κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη και εξοπλιστεί από τους Γερμανούς καθώς και από τους τσολιάδες του Ι.Πλυντζανόπουλου, του Γ.Σγούρου, του Γκίνου, και του επικεφαλής του μηχανοκίνητου τμήματος της Αστυνομίας Ν. Μπουραντά.

Φυσικά, η Κοκκινιά δεν έμεινε παθητική. Απάντησε ηρωικά, πατριωτικά, χάνοντας εκλεκτά παλικάρια της, μόνο και μόνο για να μην εγκατασταθούν κατακτητές στην πόλη.

Την υπεράσπιση της πόλης είχε αναλάβει το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Δίπλα στον ΕΛΑΣ βρίσκονταν τα μέλη του ΕΑΜ, οι ΕΠΟΝίτες και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Κοκκινιάς. Η υπεράσπιση της Πόλης ήταν λοιπόν μια παλλαϊκή υπόθεση για τους Κοκκινιώτες. Οι επιδρομείς τρεις μέρες προσπαθούσαν να εισβάλουν και όλο αναχαιτίζονταν από τους ΕΛΑΣίτες. Έτσι κάθε μέρα οι επιδρομείς, επέστρεφαν με περισσότερες ενισχύσεις και κυρίως με περισσότερα πυρομαχικά και πιο βαρύ οπλισμό.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004Σάββατο 4 Μάρτη 1944

Η πόλη δέχεται πρωινή επιδρομή από δύο κατευθύνσεις. Οι επιδρομείς είναι χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες, Η πρώτη επίθεση γίνεται από τη Λεύκα με ένα καμιόνι γεμάτο χωροφύλακες που βρίσκει αμέσως αντίσταση από τις δυνάμεις του 1ου Τάγματος του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πειραιά1, οι οποίες βρίσκονται στην περιοχή και περιπολούν. Οι επιδρομείς υποχωρούν και σκορπίζονται προς τον Πειραιά.

Η δεύτερη επίθεση γίνεται από την οδό Κυδωνιών (Πέτρου Ράλλη) στο ύψος του Γ΄ Νεκροταφείου. Στην πόλη προσπαθούν να εισβάλλουν δύο καμιόνια με χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Αυτή η είσοδος είναι η σημαντικότερη για να εισβάλλουν οι επιδρομείς στην Κοκκινιά. Είναι η είσοδος από την Αθήνα, γεγονός που σημαίνει αυτόματα την άμεση πρόσβαση ενισχύσεων και πυρομαχικών. Επίσης, η περιοχή είναι αραιοκατοικημένη  πράγμα που καθιστά ευκολότερο τον έλεγχό της από τους επιδρομείς. Αυτή η είσοδος της πόλης όμως ευνοεί  και τους αμυνόμενους ΕΛΑΣίτες γιατί οι ελιγμοί τους γίνονται ευκολότεροι λόγω της αραιής κατοίκησης. Στην επιδρομή αυτή απαντά το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς, με διοικητή και καπετάνιο τον  Γιάννη Πισσάνο. Οι μάχες εξαπλώνονται από το Γ΄ Νεκροταφείο μέχρι τις εργατικές πολυκατοικίες, στο σημερινό Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας. Οι επιδρομείς σκορπίζουν, κάποιοι οπισθοχωρούν προς την Αθήνα, ενώ ο κύριος όγκος τους κατευθύνεται άτακτα προς το Κουτσουκάρι, σημερινή περιοχή του Δήμου Κορυδαλλού στα όρια του Δήμου Νίκαιας κάτω από την οδό Τζουμαγιάς, την πλατεία Ελευθερίας και την οδό Ταξιαρχών.

Κατά την άτακτη φυγή τους, με 12 τραυματίες, οι ταγματασφαλίτες πυροβολούν αδιακρίτως, τρομοκρατούν, βρίζουν, λεηλατούν. Από τις αδέσποτες σφαίρες των Ταγμάτων Ασφαλείας πέφτει νεκρός ένας λούστρος και ο παλιατζής που βρίσκονταν πάντα έξω από το μπακάλικο του Λαφαζάνη στην Κυδωνιών (συμβολή Πέτρου Ράλλη και Τερψιθέας).

Το ίδιο βράδυ συγκαλείται κοινή σύσκεψη στην Κοκκινιά από στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ και αποφασίζουν γενική επιφυλακή και ενημέρωση του λαού της πόλης. Η Κομματική Οργάνωση της Κοκκινιάς του ΚΚΕ , γραμματέας της οποίας ήταν ο Θανάσης Τάσιος, γνωστός με το ψευδώνυμο «Παράσχος», αποφασίζει να γίνει την επόμενη ημέρα συλλαλητήριο του λαού της Κοκκινιάς ενάντια στην τρομοκρατία των Ταγμάτων Ασφαλείας προς το λαό της πόλης. Στόχος ήταν να απαιτηθεί και η παροχή συσσιτίου για τα παιδιά.

1.Στο 1ο Τάγμα διοικητής ήταν ο Σωτήρης Κύβελος και καπετάνιος ο Νίκος Χιωτάκης.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

Δευτέρα 6 Μάρτη 1944

Όλος ο Πειραιάς ξυπνά με μαζική πανεργατική απεργία κατά της τρομοκρατίας του λαού της Κοκκινιάς. Η συμμετοχή στην απεργία είναι απίστευτη. Νεκρώνει το λιμάνι, τα συνεργεία, τα ραφτάδικα, τα υφαντουργεία, τα σαπουνάδικα, τα λαδάδικα…σε όλο τον Πειραιά. Η απεργία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την αλληλεγγύη των εργατών και του λαού προς τους Κοκκινιώτες, αλλά και γιατί μπλοκάρει και σημαντικές δυνάμεις των γερμανών, των ταγμάτων Ασφαλείας και της Χωροφυλακής, στο κέντρο του Πειραιά και δεν μπορούν να εισβάλουν στην Κοκκινιά.

Η 6η Μάρτη όμως δεν θα είναι ήσυχη για την Κοκκινιά. Από νωρίς το πρωί δύο φορτηγά με ταγματασφαλίτες προσπαθούν να μπουν στην πόλη από το Γ΄  Νεκροταφείο. Τους εμποδίζουν δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ και τους τρέπουν σε φυγή προς τον ελαιώνα δίπλα στο νεκροταφείο.

Σε λιγότερο από μία ώρα, από το ίδιο σημείο, η πόλη δέχεται σχεδιασμένη επιδρομή. Καταφθάνουν δέκα φορτηγά με περίπου 600 γκεσταπίτες, χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μέσω της οδού Κυδωνιών, αργά-αργά προσπαθούν να φτάσουν όσο πιο μέσα γίνεται στην Κοκκινιά. Την πρώτη αντίσταση τη συναντούν από τις ταράτσες των εργατικών πολυκατοικιών. Εκεί βρίσκεται οχυρωμένη η διμοιρία του Μιχάλη Ραφαηλάκη που η σθεναρή της άμυνα καθυστερεί σημαντικά τους επιδρομείς. Στη συνέχεια οι φασίστες επιδρομείς δέχονται επίθεση από τη διμοιρία του «μπάρμπα-Γιώργου» (Γιώργος Κιστριάδης) στην Κυδωνιών (Πέτρου Ράλλη, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η ΕΥΔΑΠ).

Από τις ισχυρές επιθέσεις που δέχονται οι επιδρομείς στην Παιδική Στέγη, αναγκάζονται να σπάσουν τη φάλαγγά τους σε δύο μέρη (ό, τι ακριβώς έγινε και την προηγούμενη ημέρα). Η πρώτη φάλαγγα πάει προς το Κουτσουκάρι, όπου συνεχώς δέχεται επιθέσεις από τα στενά, από τις διμοιρίες του Κώστα Διαμαντή και του Νίκου Παπαδόπουλου. Τελικά οι φασίστες επιδρομείς σκορπίζουν σε άτακτη φυγή. Η δεύτερη φάλαγγα, που είναι πολύ μεγαλύτερη σε όγκο, οπισθοχωρεί προς την περιοχή των Άσπρων Χωμάτων. Εκεί δέχεται επιθέσεις από τις διμοιρίες του Θοδωρή Μπιζάνη και του Μιχάλη Ραφαηλάκη ο οποίος είχε μεταφερθεί εκεί από τις εργατικές πολυκατοικίες. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται και το 1ο τάγμα του 5ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ το οποίο σταματά την επίθεση που πήγε να δεχτεί η πόλη από τη Λεύκα στη Θηβών. Κάποιοι ταγματασφαλίτες καταφέρνουν να κλειστούν στο Δημαρχείο της πόλης που τότε βρίσκονταν στη συμβολή των οδών Κονδύλη  (σήμερα 7η Μάρτη 1944) και Κινικίου.

Η έκθεση του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι ένα αυτοκίνητο με χωροφύλακες φτάνει στο Κρατικό Νοσοκομείο Σαπόρτα στην παλαιά Κοκκινιά που έχει διακομιστεί ο νεκρός χωροφύλακας από τη συμπλοκή της προηγούμενης ημέρας. Στο Νοσοκομείο Σαπόρτα οι χωροφύλακες συλλαμβάνουν κάποιους επισκέπτες και ορισμένους από το προσωπικό. Σε πεζή φάλαγγα μέσω της οδού Θηβών κατευθύνονται προς τον Πειραιά με τους αιχμαλώτους. Ξαφνικά δέχονται επίθεση από τα στενά της οδού Θηβών από το 1ο Τάγμα του ΕΛΑΣ (Σ.Κύβελος-Ν.Χιωτάκης), που ελευθερώνει τους αιχμαλώτους και τραυματίζει δέκα χωροφύλακες.

Άλλη μια επίθεση στην πόλη έχει αναχαιτιστεί. Παρά τους τραυματισμούς, τις συλλήψεις, την τρομοκρατία και το φόβο για το τι ξημερώνει την επόμενη ημέρα, ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει. Βλέπει τα παλικάρια του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ να αψηφούν το θάνατο για να μην πατήσουν οι Ναζί στην Κοκκινιά.

Το βράδυ οι ΕΑΜίτες γεμίζουν την πόλη με συνθήματα στους τοίχους, ενώ τα «χωνιά» του ΕΑΜ ακούγονται σε κάθε γωνιά της πόλης.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

Η μάχη της Κοκκινιάς της 7ης  Μάρτη 1944

Όλοι στην Κοκκινιά περίμεναν ποια θα είναι η απάντηση των Ναζί και των ντόπιων συνεργατών τους μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να εισβάλουν στην πόλη.

Ο ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά ήταν σε επιφυλακή και από πολύ αργά το βράδυ οι μαχητές του είχαν λάβει θέση μάχης και περιφρούρησης της πόλης. Η διάταξη των διμοιριών του ΕΛΑΣ ήταν σε σχήμα «Λ». Ξεκινούσαν από το Γ΄ Νεκροταφείο και έφταναν στο Κουτσουκάρι και τα Γερμανικά από τη μία πλευρά, ενώ από την άλλη ξεκινούσαν από το Γ΄ Νεκροταφείο και έφταναν στις εργατικές πολυκατοικίες, την Παιδική Στέγη και τα Άσπρα Χώματα. Η κύρια δύναμη του ΕΛΑΣ έχει οχυρωθεί στη βόρεια πλευρά από το Περιβολάκι (πλατεία Δαβάκη) και είναι το 3ο τάγμα του Γιάννη Πισσάνου. Ακριβώς πίσω από την πλατεία βρίσκεται και η κλινική του Χρυσοχέρη, στην ταράτσα της οποίας είχε στηθεί το οπλοπολυβόλο του ΕΛΑΣ με ευθύνη της διμοιρίας του Κώστα Διαμαντή.

Από τις 5:00 το πρωί υπάρχουν κινήσεις των κατακτητών γύρω από όλη την πόλη. Στις 5:45 περίπου 40 γερμανοτσολιάδες εντοπίζονται στη Θηβών στο ύψος της οδού Καραϊσκάκη. Στις 6:00 το πρωί 4 φορτηγά με Ναζί καταλαμβάνουν τις θέσεις στην πλατεία Κουτσικαρίου και δειλά-δειλά προσπαθούν να μπουν στην Κοκκινιά.

Στις 6:05 ακούγεται η σάλπιγγα του ΕΛΑΣ από το Περιβολάκι, που σημαίνει τη γενική επίθεση του λαϊκού στρατού. Σε κάθε στενό της Κοκκινιάς, γύρω από Περιβολάκι, οι μάχες είναι απερίγραπτες, πολλές φορές σώμα με σώμα. Γίνεται μάχη για την κατάληψη του κάθε δρόμου. Οι θέσεις και οι γωνιές των οικοδομικών τετραγώνων αλλάζουν συνεχώς μεταξύ επιδρομέων και μαχητών του ΕΛΑΣ.

Ο  ΕΛΑΣ αρχίζει να υποχωρεί λόγω έλλειψης πυρομαχικών. Από τη μεριά του Δημαρχείου γερμανοτσολιάδες μπαίνουν στην πόλη. Τους αντιμετωπίζουν μαχητές του 3ου Τάγματος με ένα οπλοπολυβόλο και πέντε χειροβομβίδες που ρίχνει ο Στέλιος Καρδάρας και τους απωθούν πάλι πίσω. Στην διάρκεια της ΕΛΑΣίτικης επίθεσης, πίσω από τον κινηματογράφο  Ορφέα, σκοτώνεται ο ταγματάρχης των γερμανοτσολιάδων Λαζάρου, 8 γερμανοτσολιάδες 3 χωροφύλακες και υπάρχουν 20 τραυματίες. Λάφυρα για τον ΕΛΑΣ μια μοτοσικλέτα και ένα πολυβόλο Τόμσον. Το 2ο Τάγμα του ΕΛΑΣ φυλάει στην οδό Καραϊσκάκη, φαίνεται όμως ότι δεν έχει πυρομαχικά να κρατήσει πολύ ακόμα. Αντέχει μέχρι τις 10:30.

Μέχρι τις 11:00, η αντίσταση του ΕΛΑΣ έχει καμφθεί. Τα πυρομαχικά είναι ελάχιστα. Οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τις θέσεις στο περιβολάκι. Την ίδια ώρα, 15 Γερμανοί προσπαθούν να εισβάλλουν από την οδό Καραϊσκάκη οπλισμένοι με όλμους και πολυβόλα. Τους απωθεί το 2ο τάγμα με ελάχιστα πυρομαχικά. Οι πυροβολισμοί του ΕΛΑΣ είναι σποραδικοί για οικονομία πυρομαχικών αφού αυτά έχουν εξαντληθεί.

Στις 11:00 παίρνεται η απόφαση για γενική αντεπίθεση με όσα πυρομαχικά έχουν απομείνει και αν χρειαστεί ακόμα και με πέτρες ή με τα χέρια. Η αντεπίθεση έχει στόχο την πλατεία στο περιβολάκι που έχει καταληφθεί από Ναζί.

Η διμοιρία του Θοδωρή Μπιζάνη μαζί με το Στέλιο Καρδάρα επιτίθεται από την οδό Καραϊσκάκη, η διμοιρία του Μιχάλη Ραφαηλάκη από την οδό Κονδύλη, η διμοιρία του Θωμά Σεβίλια από την οδό Κυδωνιών, από τη μεριά της Λαοδίκειας, και η διμοιρία του «μπάρμπα Γιώργου» από το γήπεδο που γίνονταν η λαϊκή αγορά (πίσω από την εκκλησία της Παναγίτσας).

Γερμανοί έχουν εγκατασταθεί σε κτίριο της οδού Λαμψάκου, παρακολουθούν τη μάχη και με όλμους βάλουν συνεχώς κατά των αντεπιτιθέμενων Κοκκινιωτών.Η αντεπίθεση του ΕΛΑΣ και του λαού της Κοκκινιάς κρατά περίπου μέχρι τις 13:30. Οι Γερμανοί παρά την υπεροπλία τους και τα αρκετά πυρομαχικά αιφνιδιάζονται και σιγά-σιγά αφήνουν τις θέσεις τους. Οπισθοχωρούν συντεταγμένα προς τον Αη Γιώργη του Κορυδαλλού και τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας. Εκεί ταμπουρώνονται μέσα στο σχολείο που υπήρχε πάνω από τον Αη-Γιώργη της Νίκαιας (στη συμβολή των οδών Γρεβενών και Ραιδεστού σήμερα).
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ δεν έχουν καθόλου πυρομαχικά για να αντεπιτεθούν, ενώ ο ανεφοδιασμός από τις γύρω περιοχές είναι αδύνατος αφού η Κοκκινιά έχει κυκλωθεί από περίπου 1800 Ναζί.
Στις μάχες της 7ης Μάρτη σκοτώνεται και ο λοχαγός του ΕΛΑΣ  Γιώργος Βογιατζής και το πτώμα του το κρεμάνε οι ταγματασφαλίτες σε ένα δέντρο στη συμβολή των οδών Ιωνία και Κασταμονής.

Η σχετική έκθεση του 6ου συντάγματος του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι οι εισβολείς είχαν 34 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες, ενώ ο ΕΛΑΣ έχασε 8 παλικάρια και τραυματίστηκαν 20. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι ο οπλισμός που διέθετε ο ΕΛΑΣ και με τον οποίο αντιστάθηκε στις μάχες ήταν 42 περίστροφα, 1 οπλοπολυβόλο με 1300 σφαίρες, 1 πολυβόλο Τόμσον με 50 φυσίγγια και 50 χειροβομβίδες.

 

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 200Τετάρτη 8 Μάρτη 1944

Όλη τη νύχτα οι Ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους είναι ταμπουρωμένοι στο σχολείο (Γρεβενών και Ραιδεστού). Περιμετρικά υπάρχουν φρουρές από Ναζί με οπλοπολυβόλα. Οι γύρω δρόμοι περιφρουρούνται από Ναζί και ταγματασφαλίτες. Όλο το βράδυ κάνουν μικρές επιδρομές στην πόλη, τρομοκρατούν και συλλαμβάνουν Κοκκινιώτες. Ψάχνουν στα σπίτια για μαχητές του ΕΛΑΣ και μέλη του ΕΑΜ.

Οι Ναζί βγάζουν τα δικά τους χωνιά και τρομοκρατούν τον κόσμο με απειλές. Προσπαθούν να στρέψουν το λαό της Κοκκινιάς κατά του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Φωνάζουν ότι αν δεν επιτεθεί ο ΕΛΑΣ δεν θα πειράξουν κανέναν. Δείχνουν καθαρά ότι οι ίδιοι είναι τρομοκρατημένοι.

Από νωρίς το πρωί μέσα στο σχολείο, ο Ι.Πλυντζανόπουλος φορώντας στολή έλληνα αξιωματικού διαλέγει ποιοι από τους αιχμαλώτους Κοκκινιώτες θα μεταφερθούν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Το ίδιο πρωί οι ταγματασφαλίτες εκτελούν στην πλατεία Αγίων Αναργύρων τους συλληφθέντες, από τις 5 Μάρτη 1944, υπαστυνόμο Νίκο Σαββαϊδη, το δάσκαλο Γιώργο Βενέτα, τον Δημήτρη Τσακανίκα και τον Τσακάρα.
Αργά το απόγευμα Ναζί και ταγματασφαλίτες αποχωρούν από την Κοκκινιά, μεταφέροντας 300 αιχμαλώτους Κοκκινιώτες στο Χαϊδάρι.Ο λαός της Κοκκινιάς μετά από λίγο ξεχύνεται στους αιματοβαμμένους δρόμους και τα μπαρουτοκαπνισμένα κτίρια της πόλης για να πανηγυρίσει. Πανηγυρίζει που οι επιδρομείς Ναζί και ταγματασφαλίτες δεν άντεξαν να μείνουν ούτε μια ολόκληρη ημέρα στην Κοκκινιά.

Τα «χωνιά» του ΕΑΜ πιάνουν αμέσως δουλειά, ανεβάζουν το ηθικό του λαού, ζητώντας εκδίκηση για τα 300 παλικάρια της Κοκκινιάς που πήραν οι κατακτητές στο Χαϊδάρι.
Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους δεν ξαναπάτησαν οργανωμένα στην Κοκκινιά μέχρι τις 17 Αυγούστου 1944..

 

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004

Στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου

Όπως ήταν αναμενόμενο οι αιχμάλωτοι που πιάστηκαν από το τριήμερο πρώτο μπλόκο της Κοκκινιάς, μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που είχαν στήσει οι γκεσταπίτες στο Χαϊδάρι.

Το κολαστήριο του Χαϊδαρίου ήταν τόπος συγκέντρωσης αγωνιστών όχι μόνο από τον Πειραιά και την Αθήνα, αλλά και από ολόκληρη την περιοχή της Αττικής. Στον χώρο αυτό γίνονταν η επιλογή των αιχμαλώτων που στέλνονταν όμηροι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας, μετά από εξαντλητικά βασανιστήρια και εκατοντάδες εκτελέσεις.

Μετά τη Μάχη της Κοκκινιάς στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου στάλθηκαν  όπως αναφέρθηκε 300 Κοκκινιώτες. Τους έκλεισαν στα υπόγεια του «μπλοκ 3» και στο πάνω πάτωμα του «μπλοκ 4» (μαζί με κρατουμένους από την Χαλκίδα). Αμέσως άρχισαν στους περισσότερους το βασανιστήριο με το «φιδάκι»* για αντίποινα και για να προδώσουν συναγωνιστές από την Κοκκινιά. Οι άνδρες της Γκεστάπο έψαχναν διάφορους τρόπους για ακόμα πιο οδυνηρά βασανιστήρια και μόνο στο άκουσμα ότι οι αιχμάλωτοι είναι από την Κοκκινιά.

Στις 9 Μάρτη 1944, 50 κρατούμενοι μεταφέρονται στα νταμάρια του Χαϊδαρίου όπου και εκτελούνται. Ανάμεσά τους και 37 Κοκκινιώτες (μέσα σ΄ αυτούς και ο «ποιητής» από τον Ορειβατικό Φυσιολατρικό Όμιλο Κοκκινιάς (ΟΦΟΚ), σημερινό ΟΦΟΝ, ο Αλέξανδρος Μουχτούρης).

Από τους 37 εκτελεσμένους Κοκκινιώτες οι 5 ήταν Αρμένιοι. Ήταν οι Καλατερζάν Κιρκόρ, Κασαπιάν Παρσέκ, Τσενεκιάν Αγκόπ, Τσενεκιάν Οσίκ, Χατζησοκιάν Γιόγια. Δεν πρέπει να λησμονούμε το μέγεθος της Αρμενικής κοινότητας στην πόλη μας, κυρίως στην περιοχή των Άσπρων Χωμάτων, όπου η προσφορά της στη μάχη της Κοκκινιάς και στον αντιστασιακό αγώνα της πόλης ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου ο ερχομός των Κοκκινιωτών έδωσε διαφορετική πνοή στη ζωή των κρατουμένων. Όπως αναφέρει ο Αντώνης Φλούντζης, γιατρός του στρατοπέδου, οι Κοκκινιώτες άλλαξαν με τη ζωντάνια τους τη ζωή του στρατοπέδου και τόνωσαν το ηθικό όλων των κρατουμένων, ανδρών και γυναικών. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους που ήρθαν από την Κοκκινιά ήταν και 30 νεαροί από τον ΟΦΟΚ ο οποίος διέθετε μουσικό όμιλο. Αμέσως λοιπόν οι ΟΦΟΚίτες άρχισαν το τραγούδι και την πρώτη Κυριακή της κράτησής του; (12 Μάρτη 1944) οργάνωσαν εκδήλωση που συμμετείχε όλο το στρατόπεδο. Μπορεί οι ΟΦΟΚίτες να απολύθηκαν γρήγορα, αλλά οι εκδηλώσεις κάθε Κυριακή μεσημέρι ήταν ήδη θεσμός, και κράτησαν μέχρι την απελευθέρωση.

 Aπό το Χρονικό  Μνήμης του Δήμου Νίκαιας «Τo Μπλόκο της Κοκκινιάς», 2004Κυριακή 5 Μάρτη 1944

Οι Κοκκινιώτες απαντούν με μεγαλειώδες συλλαλητήριο κατά της τρομοκρατίας στην πλατεία Αγίου Νικολάου και παράλληλα απαιτούν συσσίτιο για τα παιδιά.

Στο τέλος του συλλαλητηρίου η πόλη δέχεται πάλι επιδρομή από δύο κατευθύνσεις. Από τη Λεύκα, στη Θηβών, με δύο φορτηγά γεμάτα χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Η επιδρομή δεν βρίσκει ουσιαστική αντίσταση και καταφέρνει να φτάσει μέχρι την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Εκεί τρομοκρατούν τους κατοίκους, κάνουν πλιάτσικο και συλλαμβάνουν το δημοκράτη υπαστυνόμο Νίκο Σαβαΐδη, τη γυναίκα του Άννα, που είναι δασκάλα και μέλος του ΕΑΜ, το Στέφανο Πατεράκη εργάτη από τις παράγκες της παλαιάς Κοκκινιάς και ποδοσφαιριστή της Προοδευτικής, τον δάσκαλο Γιώργο Βενέτα και τον Τσακάρα.

Η δεύτερη επίθεση γίνεται από το Γ. Νεκροταφείο με τρία καμιόνια γεμάτα γερμανοτσολιάδες. Οι μάχες εξαπλώνονται μέχρι την Παιδική Στέγη  και εκεί το 3ο Τάγμα του ΕΛΑΣ Κοκκινιάς καταφέρνει να διασπάσει τους επιδρομείς. Το πρώτο φορτηγό διαφεύγει προς την παλαιά Κοκκινιά μέσω της οδού Σμύρνης, το δεύτερο προς το Κουτσουκάρι, όπου εκεί το «υποδέχονται» ΕΛΑΣίτες οπλισμένοι με χειροβομβίδες  και το τρίτο φορτηγό οπισθοχωρεί προς την Αθήνα.

Όπως αναφέρει η σχετική έκθεση του 6ου ανεξάρτητου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, την ώρα του συλλαλητηρίου μαχητές του κάνουν έρανο στην περιοχή των Άσπρων Χωμάτων για να συγκεντρώνουν τρόφιμα για τα παιδιά. Προσπαθεί να τους συλλάβει ένας χωροφύλακας ο οποίος σκοτώνεται στη μικρή ένοπλη συμπλοκή που ακολούθησε.

Ο λαός της Κοκκινιάς πανηγυρίζει που οι ΕΛΑΣίτες καταφέρνουν για δεύτερη ημέρα να αναχαιτίσουν την επίθεση των ντόπιων συνεργατών των Γερμανών. Από αυτή την επιτυχία του ΕΛΑΣ αλλά και από το μαζικό συλλαλητήριο που οργάνωσε η Κομματική Οργάνωση Κοκκινιάς του ΚΚΕ, ο διορισμένος από τον Ιωάννη Ράλλη, Δήμαρχος της Πόλης Γρηγόρης Χατζής, παραιτείται.

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος