ΛΑΠΑΤΑΟ βομβαρδισμός των Λαπατοχωρίων, Μανεσίου, Τρεκλίστρας, Λαπάτας από τα γερμανικά στούκας στις 29 Ιουλίου 1943.

Οι Γερμανοί βομβάρδισαν το χωριό μου, την Τρεκλίστρα, στις 29 Ιουλίου 1943, ημέρα Τετάρτη και ώρα 5-6 μμ. Την ημέρα εκείνη είχα πάει στα Καλάβρυτα μ’ ένα ζώο που ‘χα πάρει δανεικό από κάποιον φίλο. Επέστρεψα λίγο πριν τον βομβαρδισμό.
Δεν πρόλαβα να μπω στο σπίτι, όταν άκουσα έναν θόρυβο ασυνήθιστο. Βγήκα στο μπαλκόνι. Ήταν ένας υπόκωφος θόρυβος αεροπλάνων που πλησίαζαν. Δεν έμοιαζε μ’ εκείνον των συμμαχικών αεροπλάνων που πετούσαν συχνά-κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής-πάνω απ’ την περιοχή μας. Κοιτάζοντας στην κατεύθυνση Γουμένισσα προς Καλάβρυτα διέκρινα εφτά σμήνη αεροπλάνων σε διάταξη των τριών. Η βουή τους, καθώς πλησίαζαν, γινόταν πιο μεγάλη. Σ’ έπιανε ρίγος. Καθώς τα κοίταζα, είδα ότι ένα ξέκοψε και πήγε προς τα κάτω, στους Πετσάκους κι έπεσε προς το Αίγιο. Πέταγαν τα αεροπλάνα. Τα κοιτάγαμε και χαζεύαμε. Δεν ξέραμε πώς είχαν ειδοποιηθεί για να κάνουν ό,τι έκαναν.
Παρακολουθώντας τα απ’ το μπαλκόνι είδα την πρώτη δεσμίδα (τρεις-τέσσερις βόμβες μαζί) που έπεσε πάνω απ’ το χωριό Μελίσσια. Είπα στη μητέρα μου:
«Δέματα ρίχνουνε, θα πάω εκεί πάνω».
Με έπιασε στη σκάλα είπε:
«Όχι, παιδί μου, μην πας πρώτος εσύ. Άσε, μήπως πάει κανείς άλλος και κλέψει τίποτα και πάθουμε καμιά ζημιά».
Δεν προλάβαμε να τελειώσουμε την κουβέντα, ακούστηκε η έκρηξη στο Μάνεσι, η οποία πρέπει να ήταν και η μοναδική δεσμίδα που έπεσε εκεί. Εγώ υπολογίζω ότι έγινε από κακή αναγνώριση του στόχου. Μετά έκαναν κύκλους. Μπούμπουκα- Ασάνι- Φλάμπουρα και γύριζαν από τη Λαπάτα. Ένα-ένα που έφτανε πάνω απ’ το χωριό, εφορμούσε κάθετα -επρόκειτο για τα περιβόητα Στούκας- και άνετα έριχνε τις βόμβες. Ήρθαν κατά τις 5:00 με 6:00, το απογευματάκι. Έπεσαν πολλές βόμβες με επίκεντρο το Τρεχλό και τον οικισμό Λαπάτα. Θυμάμαι πως μία απ’ αυτές έπεσε εκεί, όπου πριν λίγη ώρα, επιστρέφοντας από τα Καλάβρυτα, έδεσα το ζώο. Δεν έμεινε τίποτα. Από τύχη γλύτωσα.
Οι περισσότεροι κάτοικοι την ώρα του βομβαρδισμού βρίσκονταν στα κτήματά τους. Αν επέστρεφαν λίγο νωρίτερα, θα θρηνούσαμε πολλά θύματα. Παρ’ όλα αυτά είχαμε δώδεκα νεκρούς. Αμάχους, γυναικόπαιδα.
Η καταστροφή που έγινε απ’ το βομβαρδισμό ήταν τεράστια. Σπίτια ξεθεμελιώθηκαν, στέγες κατέρρευσαν, νοικοκυριά διαλύθηκαν. Απ’ το ωστικό κύμα των φοβερών εκείνων εκρήξεων εκτοξεύονταν προς όλες τις κατευθύνσεις διάφορα οικιακά σκευή σε απόσταση 1.000 μέτρων. Θυμάμαι, πήγαινε ο κόσμος μετά και τα περισυνέλεγε… Αφού έριξαν όλες αυτές τις βόμβες και τελείωσε ο βομβαρδισμός, άρχισαν να ρίχνουν με τα πολυβόλα και σκότωναν τα ζώα. Αυτά από το φόβο που προκαλούσε ο κρότος, είχαν μπουλουκιάσει και έτρεχαν να κρυφτούν μέσα στα αραποσίτια και τα στάρια προξενώντας μεγάλη ζημιά στην παραγωγή. Θυμάμαι ένα δαμάλι με τον αφρό στο στόμα -πήγαινε καμιά 500αριά οκάδες-έσκασε από το τρέξιμο. Και είπε ο γιατρός τότε:
«Δεν έχει τίποτα. Σφάξτε το και μοιράστε το να φάει ο κόσμος».
Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος

ΜΝΗΜΕΙΟΜάνεσι 29 Ιουλίου 1943, ημέρα Πέμπτη. Εκείνο το απόγευμα, ξεκίνησα να πάω ένα ζευγάρι παπούτσια στην αδελφή μου, που ‘βοσκε τις γίδες. Σ’ ένα μέρος πάνω απ’ το χωριό, είδαμε να εμφανίζονται αεροπλάνα από τον «Πετρωτό», πάνω απ’ το Ασάνι. Κι άλλες φορές πέρναγαν από ψηλά αεροπλάνα, αλλά δεν τα βλέπαμε, μόνο τ’ ακούγαμε. Ήταν η πρώτη φορά που τα βλέπαμε από κοντά. Έκαναν μια στροφή πάνω απ’ το χωριό και χαμήλωσαν. Πολλοί άνθρωποι που βρίσκονταν στα αλώνια φώναζαν:
«Είναι αγγλικά, είναι δικά μας, είναι αγγλικά!»
Πίστευαν ότι είχαν έρθει οι Άγγλοι να μας απελευθερώσουν! Στη δεύτερη στροφή που έκαναν, είδαμε να φεύγουνε τρία «μπαλόνια». Για πρώτη φορά ακούσαμε βόμβα. Τραντάχτηκε η γη. Τα ‘χασα -ήμουν και μικρός. Με άρπαξε τότε στην αγκαλιά του ο μπάρμπα-Δήμος και μαζί με τη γυναίκα του αδερφού του και τα παιδιά του Τζούδα τρέξαμε και πέσαμε μέσα σε μία γράνα, όπως μας είχαν ορμηνέψει οι αντάρτες να κάνουμε σε περίπτωση βομβαρδισμού. Κι άρχισαν τα αεροπλάνα-στούκας καθέτου εφορμήσεως-να βομβαρδίζουν. Φαίνεται ότι κάποιο αεροπλάνο μάς είχε εντοπίσει, γιατί στη συνέχεια έριχναν και τα πολυβόλα και θυμάμαι που «θέριζαν» στεγνά τα κλαδιά των δέντρων. Δεν ξέρω πόσο διήρκησε ο βομβαρδισμός, είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Εκεί όπως είμαστε μέσα στη γράνα, αισθάνθηκα ένα ζέσταμα στο σώμα. Ε, λέω αίμα θα ‘ναι, κάποιος θα χτύπησε, κάποιος θα ‘χει τραυματιστεί. Τελικά ήταν η ξαδέλφη μου, είχε κατουρηθεί από το φόβο της!
Τα ζώα που βρίσκονταν στα αλώνια, μουλάρια, άλογα, γαϊδούρια, πρόβατα, γελάδια άρχισαν να τρέχουν μέσα στον κάμπο σαν δαιμονισμένα, τα ‘χε πιάσει αμόκ.
Κάποια στιγμή έφυγαν τα αεροπλάνα. Ο κόσμος άρχισε δειλά-δειλά να βγαίνει έξω, να αναζητάει ο ένας τον άλλον. Κατεβαίνοντας κάτω, δεν ξέραμε τι θα βρούμε. Θα βρούμε ζωντανούς ανθρώπους; Θα βρούμε τα σπίτια όρθια; Το χωριό, στο μεταξύ, δεν φαινόταν, είχε καλυφθεί από ομίχλη, από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Στον δρόμο συνάντησα και την αδελφή μου που θα της πήγαινα τα παπούτσια, ερχόταν κλαίγοντας. Μόλις πλησιάζαμε στο σπίτι, βγήκε η μητέρα μας να μας υποδεχτεί λέγοντας:
«Μη φοβάστε, είμαστε όλοι καλά».
Μπαίνοντας στο σπίτι είδα αίματα πολλά, στη σκάλα και δαχτυλιές στους τοίχους. Είχε τραυματιστεί η κυρά-Γεωργία η Πάσχου. Ο θείος μας, ο Χρίστος ο Παπανδρέου, μας συμβούλεψε να φύγουμε απ’ το χωριό.
«Ίσως αύριο επιστρέψουν, για να ολοκληρώσουν το έργο τους», μας είπε.
Έτσι, λοιπόν, φύγαμε και πήγαμε έξω από το χωριό σε μια πηγή, στο Κεφαλόβρυσο, όπου και καθίσαμε δύο μήνες.
Φ158Θυμάμαι που περνούσαν τους τραυματίες πάνω σε σκάλες, για να τους πάνε στην κλινική του αείμνηστου Φούρα στην Τρεκλίστρα.
Στο χωριό έπεσαν έξι βόμβες: στο κτήριο της αστυνομίας, στο μαγαζί του πατέρα μου, στην εκκλησία, στο νεκροταφείο, στον κήπο του σπιτιού του Φούρα και στο ταχυδρομείο. Οι συνεργάτες των Γερμανών της περιοχής είχαν υποδείξει επακριβώς τους στόχους.
Απολογισμός: δύο γυναίκες νεκρές – η μία αγνοούμενη – και πέντε τραυματίες».
Τάκης Δημητρόπουλος-Κατσέπας
Πηγή: Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος