ΜΝΗΜΕΙΟΜαρτυρία Βασιλείου Θανόπουλου

Όταν έκαψαν τα Καλάβρυτα στις 13 οι Γερμανοί, έφυγε η φάλαγγα από τα Καλάβρυτα και ήρθε προς τα Μαζέϊκα. Το πρωί ξημερώνοντας (προς τις 14 Δεκεμβρίου) έκαψαν και τα Μαζέϊκα. Ο διοικητής του Τάγματος που ήταν εκεί δεν ήθελε να τα κάψει τα Μαζέϊκα. Γιατί οι αιχμάλωτοι του είπαν ότι το χωριό –γεγονός αναμφισβήτητο- τους είχε φιλοξενήσει, τους είχε περιποιηθεί. Και δεν είχαν λόγους οι αιχμάλωτοι να πούνε ότι τους κακομεταχειριστήκαμε. Και δεν ήθελε να τα κάψει τα Μαζέϊκα. Αλλά επέμενε ο στρατηγός ο Λε Σουίρ από την Βυτίνα, με το οποίο μιλούσε επ’ αρκετή ώρα μέσω ασυρμάτου που ήταν εγκατεστημένος στο σπίτι του Ευσταθίου.
Οπότε του λέει ο στρατηγός:
«Μείνε και θα έρθω ο ίδιος».
Μπήκε σε ένα τεθωρακισμένο, τανκ, τη νύχτα (αυτά μου τα διηγήθηκε ο Πρόεδρος, ο γιατρός ο Καρκούλιας) και ήρθε στα Μαζέϊκα. Κάνανε μια βόλτα στο κέντρο του χωριού και δίνει την εντολή : .
«Κάψτε το κέντρο και αφήστε 150 σπίτια πάνω στη Ράχη».
Γι’ αυτό και υπάρχουν τα σπίτια αυτά. εκεί πάνω, δεν καήκανε. Στη συνέχεια λένε του Προέδρου:
«Στις 2 η ώρα πήγαινε χτύπησε την καμπάνα και φώναξε ότι από τις 2 η ώρα και μετά βάζουμε φωτιά στο χωριό. Τα καίμε τα Μαζέϊκα και όποιος μπορεί έχει το ελεύθερο να βγάλει όσα μπορεί πράγματα έξω».
Βγήκε ο Πρόεδρος χτύπησε την καμπάνα και φώναζε:
«Πατριώτες τα Μαζέϊκα θα τα κάψουν οι Γερμανοί. Βγάλτε όποιος μπορεί πράγματα».
Πήγανε στου Σταθόπουλου το σπίτι, ήταν το πρώτο σπίτι, όπως ερχόμαστε από τον νυν συνοικισμό τώρα που είναι η Εστία, ήταν το πρώτο σπίτι του μπάρμπα Γιάννη του Σταθόπουλου και από κει ρίξανε την φωτοβολίδα η οποία έπεσε πίσω από την καινούργια εκκλησία. Πίσω εκεί. Έγινε η έναρξη της πυρκαγιάς.
Άρχισαν πλέον οι Γερμανοί να ραντίζουν τα σπίτια με μία ειδική σκόνη. Η πρώτη φωτιά βέβαια μπήκε στου Σταθόπουλου το σπίτι, από κει πέρα που έριξε την φωτοβολίδα, ράντισαν το τραπέζι, τους τοίχους, χαιρέτησαν «Hi Χίτλερ!», μία μπιστολιά και άρχισε η φωτιά. Αλλά ήσαν και άλλα συνεργεία που έβαζαν φωτιά. Εδώ στον κέντρο έβαζαν και σκοπό, ο οποίος, αφού βεβαιωνόταν ότι ήταν πλέον αδύνατον να το σβήσεις το σπίτι, αποχωρούσε και πήγαινε στο άλλο κ. ο. κ.
Βέβαια όλα αυτά δεν μπορώ να τα περιγράψω. Ήταν μία κόλαση. Διότι η φωτιά ήταν τρομαχτική. Εκρήξεις πολλές γινόντουσαν βοή πολύ είχε η φωτιά, γυναίκες φώναζαν παιδιά έκλαιγαν, γάτες έσκουζαν, σκυλιά ούρλιαζαν, … ήταν μία πραγματική κόλαση. Εκρήξεις από τα βαγένια, γιατί όλα τα σπίτια ήσαν οργανωμένα καλά και είχαν όλοι τα κρασιά. Τα κρασιά κάνανε εκρήξεις, κλπ. Ήταν τραγωδία. Γκρεμιζόντουσαν τα χαλάσματα κάτω…

Όταν φώτισε, οι Γερμανοί αποχώρησαν. Αλλά όταν έφτασαν στη στροφή κάτω, έξω από το χωριό που πάμε προς την Τρίπολη, για κάποιο λόγο γύρισαν πίσω και κάψανε 32 σπίτια ακόμα, εκεί πάνω στο ύψωμα, στη Ράχη. Κάποιοι είπανε ότι οι Γερμανοί είδανε με τα κιάλια έναν άντρα, τον Χρήστο τον Κατσαρδή που ‘χε ανέβει στη σκεπή του σπιτιού του και προσπαθούσε μ’ένα τσεκούρι να την αποκόψει από τη σκεπή του διπλανού σπιτιού, που ανήκε στον Μήτσο τον Καρκούλια και καιγόταν. Άλλοι είπανε ότι ο Γερμανός στρατηγός θεώρησε ότι τα σπίτια που είχαν καεί ήσαν λίγα και γι’ αυτό ξαναγύρισαν να αποτελειώσουν το έργο τους.

Πηγή ΔΜΚΟ

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος