ΜΝΗΜΕΙΟΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥΣ

Οι Αναμνήσεις

Είναι πολύ γνωστό (στους Κρήτες), πως τον Απρίλη του ’44, Κομμάντος Εγγλέζοι, άνδρες του Ελληνικού Στρατού της Μεσανατολής με τη συνεργασία ανταρτών και άλλων Αγωνιστών, απήγαγαν από την έδρα του (Άνω Αρχάναις Ηρακλείου) το διοικητή «των Χερσαίων Γερμανικών δυνάμεων της Κρήτης», στρατηγό Κράιπε.
Αμέσως μετά την απαγωγή του Γερμανού διοικητή, ενέργεια που κατά κάποιο τρόπο εντυπωσίασε, οι Αρχές κατοχής με προκηρύξεις και άλλα μέσα ενημέρωσης, προειδοποίησαν πως θα μεταχειριστούν σκληρά αντίποινα, πιο πολύ εναντίον του πληθυσμού της υπαίθρου, αν οι κάτοικοι υπόθαλπαν τους απαγωγείς και δεν υποβοηθούσαν στην απελευθέρωση του αιχμάλωτου στρατηγού: «Δίχως τη συνδρομή του Ελληνικού πληθυσμού (διακήρυτταν οι Γερμανοί στον κατοχικό τύπο), η διαδρομή του στρατηγού δεν μπορεί να παραμείνει μυστική. Εφόσον δεν αφεθεί ελεύθερος, μέσα σε τρεις μέρες, θ’ αρχίσει βομβαρδισμός και καταστροφή σε πολλά χωριά (στο νομό Ηρακλείου) και εναντίον ολόκληρου του πληθυσμού θα εφαρμοστούν τα σκληρότερα αντίποινα».

Παρά την απηνή καταδίωξη με πολυάριθμες δυνάμεις- των απαγωγέων, χάρις στη συμπαράσταση του λαού της (ορεινής) Κρήτης που «έπτυσεν κατά πρόσωπον» τις απειλές των κατακτητών, μπόρεσαν οι απαγωγείς, από βουνό σε βουνό, να φυγαδεύσουν στην Αίγυπτο τον απαχθέντα στρατηγό με πλωτό μέσο από τις ακτές Ροδάκινου (Ρέθυμνο).

Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Καΐρου (μίλησε φαίνεται κι ο ίδιος ο στρατηγός), κι ο συμμαχικός τύπος, ανακοίνωσαν κάπως συγκεχυμένα το παράτολμο εγχείρημα. Πάντως έκαναν ότι και οι Άγγλοι Κομμάντος, σε επιστολή τους προς τις Γερμανικές Αρχές μετά την απαγωγή. Διαβεβαίωσαν πως στην «επιχείρηση Κράιπε» δεν είχε συμμετοχή και ανάμειξη ο άμαχος πληθυσμός της Κρήτης. Είναι προφανές πως τούτες οι «διαβεβαιώσεις» ασφαλώς αφελείς ο πιο ανώδυνος χαρακτηρισμός-δεν μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς που επιδίωκαν (την αποφυγή αντιποίνων) και ν’ αλλάξουν τους Γερμανούς από την απόφαση να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους. Ως φαίνεται από τους πράκτορες και καταδότες έμαθαν περίπου- τη διαδρομή των απαγωγέων και βάλθηκαν ν’ αφανίσουν τα χωριά εκείνα που σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι κάτοικοι τους απόκρυψαν τους απαγωγείς και που συγχρόνως υπήρξαν (γι’ αυτό εξάλλου επιλέγηκαν ως τόποι διέλευσης του αιχμαλώτου στρατηγού) σ’ όλη τη διάρκεια της Γερμανοκατοχής, εστίες Αντίστασης, κέντρα κατασκοπείας και δολιοφθοράς.
Έτσι την παραμονή της 22 Αυγούστου του ’44, ισχυρές Γερμανικές δυνάμεις «ξεχύθηκαν» με μηχανοκίνητα μέσα από το Ρέθυμνο εναντίον των αμαριώτικων χωριών του Κέντρους (Γερακάρη, Γουργούθων, Καρδάκι, Σμιλέ, Βρυσών, Δρυγιών και Άνω Μέρος) και της Κρύας Βρύσης τ’ Άη Βασίλη.
Όπως έδειξαν τα πράγματα τα Γερμανικά στρατεύματα είχαν εντολές να λεηλατήσουν και να εκτελέσουν μεγάλο αριθμό, από τον άρρενα «ενεργό» πληθυσμό των προγραμμένων χωριών.

 

Η προειδοποίηση των σκύλων!

ΣΤΟ χωριό μου, στου Γερακάρι, τις εσπερινές ώρες της 22 Αυγούστου 1944, βρεθήκαμε μάρτυρες ενός παράξενου φαινόμενου.  Πρίχου  καλά πιάσει το σκοτάδι,  από το σούρουπο,   οι  σκύλοι  του  χωριού  άρχισαν  να  κλαίνε  ακατάπαυστα.  Αισθήματα κατάθλιψης μας κυρίευσαν και δεν έλειψαν τα ψιθυρίσματα, πως κάτι το φοβερό προμηνύεται. Τέτοια συμπεριφορά αυτών των μπιστικών ζώων, απ’ ότι έλεγαν και οι γεροντότεροι, παρατηρείται, όταν απειλούνται μεγάλες συμφορές. Σ’ όλων τα σωθικά καρφώθηκε ο φόβος, μολαταύτα υπερίσχυσε η μοιραία αμφιβολία: «ζώα είναι ποιος μπορεί να ξέρει τι προαισθάνονται».

Κοντολογίς δεν αξιολογήθηκε σωστά, μια προειδοποίηση, που όλους μας προβλημάτισε κι αυτούς ακόμα που καταφρονούσαν τις προλήψεις. Δεν άργησαν λοιπόν παρά τα κακά προαισθήματα, ένας-ένας οι χωριανοί να μαζεύονται στις κατοικίες τους. Και σε μένα η συμπεριφορά των σκύλων να κλαίνει ακατάπαυστα, μου δημιούργησε κλίμα ανησυχίας και αναταραχής. Πιο πολύ εκείνο το βράδυ σκέφτηκα να κοιμηθώ στην εξοχή. Τούτο βέβαια γινόταν συχνά, γιατί οργανωμένος στην Αντίσταση, έπαιρνα για κάθε ενδεχόμενο τα κατάλληλα μέτρα.

Συναντήθηκα με τους φίλους μου -όλοι τους οργανωμένοι στην Αντίσταση- κι όπως κι αυτοί επηρεασμένοι από το παράξενο φαινόμενο, συμφώνησαν να διανυκτερεύσουμε σε κοντινή απόσταση, πεντακόσια μέτρα ανατολικά του χωριού. Σ’ ένα αλώνι γεμάτο άχερα, στη θέση «Καρές».
Στ’ αλώνι στις Καρές ήμασταν συγκεντρωμένοι νωρίτερα από τις έντεκα τη νύχτα (21 Αυγούστου). Εντελώς ξαφνικά οι περισσότεροι από τη συντροφιά άλλαξαν γνώμη κι ήθελαν να μετακινηθούμε σ’ ασφαλέστερο σημείο. Απόκρουσα την άποψη τους. Όχι πως δεν ευσταθούσε, ίσα-ίσα. Απλώς κάτι μου έλεγε πως δεν έπρεπε ν’ αλλάξουμε θέση. Προσπάθησα (ανεπιτυχώς) να τους μεταπείσω. Τελικά από τη συντροφιά έμεινε μαζί μου μόνο ένας. Ο Μανώλης του Μανιδομηχάλη (Εμμ. Μ. Μανιουδάκις). Τα «μοιρολόγια» των σκύλων συνεχίζουνταν και χαλούσαν την ησυχία της νύκτας. Κάτι που δεν μας δυσκόλεψε να παραδοθούμε στις αγκάλες του Μορφέα.

 

Στον κλοιό των Γερμανών

Βυθισμένος, από τη δροσεράδα της εξοχής σ’ ανάλαφρο ύπνο, δεν μπόρεσα να καταλάβω, πως βρέθηκα ξυπνητός, έντρομος και πανικόβλητος. Πυροβολισμοί συνεχώς ακούγονταν σ’ όλη την περιοχή και ανάμεσα τους ξεχώρισα τη φωνή τ’ αμπελοφύλακα που για κάτι σπουδαίο προφανώς θα ενδιαφερόταν εκείνη την ώρα να πληροφορηθούν οι χωριανοί.
Εντωμεταξύ ξύπνησε κι ο σύντροφος μου έντρομος κι αυτός, για τα όσα σύμβαιναν στα πόδια μας. Οι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν. Όλο και τους νοιώθαμε πιο κοντά, καθώς και το χαρακτηριστικό ποδοβολητό των Γερμανών στρατιωτών, τα παραγγέλματα τους. Ήμασταν κυκλωμένοι από τους ναζήδες. Ο Μεγαλοδύναμος και η νύκτα μόνο μπορούσαν να μας βοηθήσουν να ξεφύγουμε από το θανάσιμο κλοιό. Η σύλληψη μας σίγουρα θα είχε ανεπανόρθωτες συνέπειες.

Βήμα προς βήμα, έρποντας ή πηδώντας από χαντάκι σε χαντάκι, με τις σφαίρες να σφυρίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας, ανάμεσα απ’ τους ακροβολισμένους Γερμανούς, πιάσαμε μια διπλανή «χαράδρα» (Λαριανά) κατάφυτη από δρυγιάδες άλλα δέντρα και ψηλούς θάμνους. Ξαποστάσαμε ελάχιστα και συνεχίσαμε ασθμαίνοντας προς το Κέντρος. Στη θέση «Φράγκος» στο εξωκκλήσι του Άη Αστράτηγου βρισκόμασταν με την ανατολή τ’ Αυγερινού. Έξω από την επικίνδυνη ζώνη, αλλά κυριευμένοι από το αίσθημα της ανασφάλειας. Τραβήξαμε ακόμη προς τα ψηλότερα.
Ωστόσο αποδιαφώτιζε. Βλέπαμε ολοκάθαρα. Ακουμπήσαμε τις ράχες μας σ’ ένα χαμηλό χαράκι, με τα βλέμματα στραμμένα, που αλλού, στο κάτασπρο χωριό μας. Σε λίγο απ’ την κορφή του Ψηλορείτη, ξεπρόβαιρνε ο ήλιος, μα όχι τόσο λαμπερός, όπως τις προηγούμενες μέρες.

 

Το σχέδιο εξολόθρευσης σε εφαρμογή

Το σχέδιο εξολόθρευσης του αιμοσταγούς διοικητή «Φρουρίου Κρήτης» Γερμανού στρατηγού Μύλλερ, του Γερακάρι (και των άλλων χωριών του Κέντρους), είχε περάσει στο στάδιο της πλήρους εφαρμογής. Με αφάνταστη αγριότητα για τους δυστυχισμένους που εγκλωβίστηκαν και με επιτυχία απροσδόκητη για τους βαρβάρους, από τις πρώτες ώρες. Οι χωριανοί δεν είχαν σηκωθεί από τα κρεβάτια τους, όταν οι εξαγριωμένοι ναζήδες, μπούκαραν στα σπίτια. Τους εκσφενδόνιζαν ημίγυμνους, ανυπόδητους στις αυλές και στους δρόμους, κτυπώντας τους με τους υποκόπανους των όπλων. Απωθούσαν βίαια μανάδες με τα βυζανιάρικα, γέροντες και γερόντισσες ανήμπορους και άρρωστους. Τους συγκέντρωναν μ’ όλους τους άλλους στην πλατεία του χωριού στο «Κατωχώρι». Απ’ όλες τις γειτονιές, «Μεσοχώρι», «Πανωχώρι», κατάφθαναν οι χωριανοί ανύποπτοι, προπηλακιζόμενοι. Στην πλατεία διάλεγαν τους έφηβους και τους άντρες και αυτούς τους οδηγούσαν σ’ άλλη κοντινή πλατεία δίπλα στο μισοτελειωμένο σπίτι του Νικολή Τζωρτζάκη (Νικολάκι).
Όλοι οι κάτοικοι σε λίγο χρόνο είχαν συγκεντρωθεί στο καθορισμένο σημείο. Από τις πρώτες πρωινές ώρες. Βλέπαμε απ’ το βουνό τη μάζωξη και δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε. Πιο πολύ να υποθέσουμε τις φοβερές εξελίξεις.

Στο χώρο συγκέντρωσης των κατατρομαγμένων γυναικόπαιδων, Γερμανός στρατιώτης μιλώντας στα Ελληνικά έκανε τούτες τις ανακοινώσεις: «Γυναίκες του Γερακάρι, μάθετε πως θα καταστρέψουμε, θα τινάξουμε στους πέντε ανέμους το χωριό σας. Θα σκοτώσουμε τους άντρες σας, τους πατεράδες σας, τους γιους και τ’ αδέλφια σας. Ο λόγος γιατί παράκουσαν τις διαταγές του Γερμανικού Στρατού, από την αρχή που πάτησε στην Κρήτη και βοήθησαν τους απαγωγείς του στρατηγού μας Κράιπε, αντί όπως είχαμε προειδοποιήσει να τους καταδώσουν!».
Αποτελειώνοντας τις τρομερές ανακοινώσεις, την απέραντη σιωπή, διέκοψε άλλος Γερμανός, που φάνηκε να κατεβαίνει από το «Μεσοχώρι». Κρατούσε μπιστόλι γυμνό, και συνόδευε δυο νεαρούς εικοσάρηδες. Μεσοχωριανάκια. Όπως περνούσε δίπλα απ’ τ’ αλαφιασμένα γυναικόπαιδα, πυροβόλησε από πίσω τους άτυχους νεαρούς κι έπεσαν καταγής στη μέση τ’ αμαξωτού θανάσιμα κτυπημένοι. Αποτραβήχτηκαν παιδιά και γυναίκες. Πως μπορούσαν να πιστέψουν. Κι όταν είδαν στη στράτα να τρέχει ζεστό το αίμα των αδικοσκοτωμένων, μανιασμένες οι γυναίκες ξέσπασαν σε κατάρες. Σε κοπετούς και θρήνους. Που τους έφτανε ο αγέρας, ως τις γύρω χαράδρες, ως εμάς πάνω στο Κέντρος.

 

Το άδειασμα των σπιτιών

Τέταρτο της ώρας, δεν είχε περάσει από το σκοτωμό των νεαρών, πράξη των ναζήδων απερίγραφτη σε φρίκη και έδωσαν εντολή στα γυναικόπαιδα και στους γερόντους να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Η εντολή έλεγε να τ’ αδιάσουν απ’ όλα τα πράγματα. Μέχρι τις δώδεκα το μεσημέρι. Μετά να επιστρέψουν στον ίδιο χώρο, στην Πλατεία. Όποιος κυκλοφορούσε μετά την ορισμένη ώρα στο χωριό θα σκοτωνόταν χωρίς άλλο. Θέλοντας μάλιστα να κεντρίσουν το ενδιαφέρον, για τούτη τη δουλειά, άφησαν να υποννοηθεί-πως νοιαζόταν να μην καταστραφούν μαζί με τα σπίτια και τα πράγματα των κατοίκων. Υπήρχε μια σκοπιμότητα σε τούτο. Να διευκολυνθούν οι «υπερήφανοι» Γερμανοί στρατιώτες στο πλιάτσικο.
Ανόρεξα γυναίκες, παιδιά και γέροντες γύρισαν στα σπίτια τους. Τι να κάνουν σοδιές και όλα τ’ άλλα, ύστερα από τις απειλούμενες συμφορές. Με την επίβλεψη των Γερμανών αγκάρευαν και άδειαζαν τα πατρογονικά τους, απ’ ότι περιείχαν. Έπιπλα, τρόφιμα, προίκες καμωμένες με πολλές προσδοκίες, εικόνες, φωτογραφίες προσφιλών προσώπων, όλα όσα βρίχνουσαν μέσα σ’ ένα νοικοκυριό. Τα εναπόθεταν στις αυλές, στους δρόμους, στους κήπους και όπου αλλού οι Γερμανοί τους υπόδειχναν. Κόποι δεκάδες χρόνων σωριάζονταν σε τεράστιους όγκους. Κι όπως φαινόταν απ’ το βουνό, έμοιαζαν με Πύργους από διάφορα χρώματα.

 

Η διαλογή των Μελλοθάνατων

Στο χρόνο που τα γυναικόπαιδα με τους γερόντους ασχολούνταν με το άδιασμα των σπιτιών, στο χώρο συγκέντρωσης των αντρών, πλανιώταν από στιγμή σε στιγμή ο θάνατος! Πυκνές οι φρουρές των Γερμανών με τις κάνες των όπλων στραμμένες κατ’ απάνω τους. Πληροφορημένοι οι άντρες για το σκοτωμό των δύο νεαρών άκουγαν και τους θρήνους των γυναικόπαιδων και κορυφώνονταν η αγωνία τους. Πως να αντιδράσουν. Ξαφνιασμένοι, ανυπεράσπιστοι, με παιδιά και γυναίκες αιχμαλωτισμένες, μοιραίως αφοπλίστηκαν από την ιδέα οποιουδήποτε αντιπερισπασμού. Πέρα που όπως τους είχαν αναγκάσει να καθίσουν ανάποδα προς τη μεγάλη κλίση του εδάφους, δύσκολα μπορούσαν να κινηθούν προειδοποιημένοι κιόλας πως όποιος αλλάξει θέση θα σκοτωνόταν επί τόπου. Πέρασαν οι άντρες, ανεξαιρέτως απ’ αυστηρό έλεγχο ταυτοτήτων. Με τρόπο που κανείς δεν μπορούσε ν’ αποκρύψει τα πραγματικά στοιχεία του. Διασταυρωνόταν, όπως καθένας περνούσε «κοντρόλ» απ’ τον Πρόεδρο, τον Παπά και άλλο ένα χωριανό. Ξεχώρισαν από το σύνολο των αντρών τριάντα δυο. Λες και τους είχε ζηλέψει ο Χάρος. Νεαρής ηλικίας (ανάμεσα τους και τέσσερις έφηβοι).

Πολλοί πολέμαρχοι τ’ Αλβανικού μετώπου, της Μάχης της Κρήτης, μυημένοι στην Αντίσταση, απ’ οικογένειες αποκηρυγμένες από τους Γερμανούς. Τούτοι ήσαν οι Μελλοθάνατοι. Τους απομόνωσαν στο σπίτι του Νικολάου Τζωρτζάκη (Νικολάκι), με πολλούς φρουρούς στην πόρτα και τριγύρω.

 

Οι φάλαγγες των Προσφύγων

Τα γυναικόπαιδα σύμφωνα με τις εντολές των Γερμανών, είχαν συγκεντρωθεί, για δεύτερη φορά, πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι, στην πλατεία του Χωριού. Ξεθεωμένες οι γυναίκες, κλαμένες, γεμάτες κακές υποψίες, κρατούσαν στα χέρια και σήκωναν στις πλάτες παιδιά, πατανίες, λαΐνια, βούργιες και οι περισσότερες λίγο ψωμί και ότι άλλο, τυλιγμένα σε μια φαντή πετσέτα να τα δώσουν στους απομονωμένους άντρες να μερέψουν την πείνα τους. Κι ας αφορούνταν οι άμοιρες μανάδες, αδελφές, παντρεμένες, νιόπαντρες, αρραβωνιαστικές, πως το λιγότερο που ‘χαν ανάγκη οι δικοί τους ήταν η πόρεψη. Οι Γερμανοί δε τις άφησαν να πλησιάσουν…
Είχε περάσει για καλά το μεσημέρι και φαινόταν να φεύγουν, τους συγκεντρωμένους προς το χωριό Ελένες. Ωστόσο κατάφθαναν οι εκπατριζόμενοι και από τ’ άλλα χωριά. Ατελείωτες οι φάλαγγες κινούνταν στον αμαξωτό από γυναίκες, παιδιά και άντρες που δεν είχαν την τύχη των μελλοθάνατων.

Οι εκτελέσεις

Διακρινόταν ακόμα οι πορευόμενοι προς το Μέρωνα πρόσφυγες. Η ώρα μπορεί και νωρίτερα από τις δυο μετά το μεσημέρι. Τότε αντιληφθήκαμε τις εκτελέσεις στο χωριό μας. Δεν μπορούσαμε από την απόσταση να ξεχωρίσουμε τα πρόσωπα. Με τη βοήθεια διόπτρων ξεχωρίζαμε τις φιγούρες των Μελλοθάνατων και την πορεία προς το Γολγοθά! Τους έπαιρναν δυο-δυο στην αρχή από το σπίτι του Τζωρτζάκη, δεμένους και τους οδηγούσαν οι συνοδοί Γερμανοί σε κοντινή απόσταση (200 μ.) στο σπίτι, όπως υποθέταμε και από το βουνό του Αντώνη Σιράγα (Σιραγαντώνη). Τους εκτελούσαν με ριπές ταχυβόλων όπλων και τους πετούσαν στον Αχυρώνα.

Οι ριπές των ταχυβόλων θανάτωναν κι εμάς! Σκότωναν τους δικούς μας, δίχως να μπορούμε μια βοήθεια. Απλοί θεατές και απ’ ασφαλές σημείο, στο μεγάλο δράμα των καταδικασμένων και καταπροδομένων αδελφών μας. Που τόσο πρόωρα, άγριο δολοφονικό χέρι τους άρπαζε για πάντα από κοντά μας. Οι εκτελέσεις κράτησαν ώρα μπορεί και περισσότερο. Κατόπιν οι ναζήδες περιέβρεξαν τους σκοτωμένους με εύφλεκτες ύλες έβαλαν φωτιά και ανατίναξαν με δυναμίτες το σπίτι των εκτελέσεων. Πυκνός μαύρος καπνός σηκώθηκε σε μεγάλο ύψος και όπως το σπίτι κατακρημνίστηκε, καταπλακώθηκαν τα πτώματα των μαρτύρων.

 

Οι μεμονωμένοι φόνοι

Γέροι και γριές, κατά το πλείστον, σκοτώθηκαν την ίδια μέρα (22 Αυγούστου) και τις αμέσως επόμενες σποραδικά από τους επιδρομείς. Γιατί δε μπόρεσαν ή δε θέλησαν να εγκαταλείψουν το χωριό. Η ίδια τύχη περίμενε και άλλους που αν και βρέθηκαν έξω από τον κλοιό απερίσκεφτα επιχείρησαν να γυρίσουν στα σπίτια τους. Έτσι βρήκαν το θάνατο, ένας υπέργηρος απόστρατος αξιωματικός της χωροφυλακής (Στυλιανός Δ. Κοκόνας). Τέσσερις άλλοι μεγάλης επίσης ηλικίας (Θεμιστοκλής Εμμ. Γενεράλις, Χρήστος Ι.Δασκαλάκης, Εμμ. Μ. Ταταράκις και Νικόλαος Π. Χειμωνάκις). Δυο γυναίκες η μια αόμματη (Ευαγγελία Κ. Γιαννακουδάκη) και η άλλη κατάκοιτη (Χαρίκλεια Ι. Ταταράκη) και ένας / ανάπηρος της Μικρασίας (Ευάγγελος Ι. Μανιουδάκις).

 

Η καταστροφή των άλλων χωριών του Κέντρους

Όπως ο Γερακάρης, συγχρόνως καταστράφηκαν και τ’ άλλα χωριά του Κέντρους. Οι κάτοικοι τους έζησαν παρόμοιες, ανεπανάληπτες τραγικές στιγμές και πολλοί εκτελέστηκαν. Στο μικρό χωριό Καρδάκι, έστησαν στον τοίχο είκοσι πατριώτες. Μαζί κι ένας Χανιώτης γαμπρός των Καρδακιανών. Ο Εμμανουήλ Βλεπάκις.
Οι σφαίρες δεν τον βρήκαν σε καίριο σημείο. Όπως έπεσε κι από πάνω του δυο-τρία άψυχα κουφάρια, τον προστάτεψαν, στις χαριστικές βολές, από τα όμματα των δήμιων. Από τις φορές που οι νεκροί σώζουν από βέβαιο θάνατο. Βαριά τραυματισμένος, ψυχικά εξουθενωμένος από την κόλαση των εκτελέσεων, μπόρεσε εύκολα να διαφύγει γιατί οι ναζήδες εγκατέλειψαν το χωριουδάκι μετά τις εκτελέσεις και δύσκολα να φτάξει ζωντανός σε όχι και τόσο κοντινό χωριό (Μοναστηράκι), να του προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες και να διασωθεί.
Ο Βλεπάκης παραστάθηκε και μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των εγκληματιών πολέμου (Μύλλερ και Μπρόγερ) που έγινε το 1947 στην Αθήνα και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Στους εκτελεσμένους στο Καρδάκι, συμπεριλαμβάνονται και οι φίλοι μου που ήμασταν τη βραδιά της κύκλωσης στις «Καρές» κι αναζήτησαν ασφαλέστερο κρησφύγετο. Έκαναν κακή εκτίμηση. Αντί να προτιμήσουν το βουνό, διάλεξαν τους Μύλους στη θέση «Φώτη» κυκλώθηκαν δεν μπόρεσαν να σπάσουν τον κλοιό κι έχασαν τη ζωή τους. Επίσης στο Καρδάκι σώθηκαν κι άλλοι χωριανοί μου που πιάστηκαν την περιοχή του «Φώτη» και στον οικισμό Γουργούθοι που εκθεμελιώθηκε κι αυτός.

Στο χωριό Βρύσες εκτελέστηκαν τριάντα κι ανάμεσα τους και Σμιλιανοί. Πολλούς πιστεύεται πως κατάσφαξαν. Στο σπίτι των εκτελέσεων βρέθηκε «αγκωνάρι» βουτηγμένο στο αίμα κι απ’ αυτό το σημείο είχε τρέξει σ’ απόσταση πολλών μέτρων. Στους Μελλοθάνατους των Βρυσών κι ο Ιερομόναχος Συμεών Δρετουλάκις. Όπως έλεγαν από τις πρώτες μέρες της καταστροφής κάποιος Γερμανός από τους επιδρομείς έδωκε την πληροφορία ότι οι ναζήδες πυροβολούσαν συνεχώς το Συμεών χωρίς αποτέλεσμα. Τρόμαξαν από το θαύμα κι έσπευσαν να του αποκόψουν τελείως την κεφαλή για να τον βρει ο θάνατος. Ο Συμεών ήταν ο μόνος από τους Κληρικούς του Κέντρους που μαρτύρησε. Ένδειξη πως ήταν προδομένος για τις προσφορές του στον Αγώνα. Αυτός ο άξιος συνεχιστής της ιστορίας των μεγάλων Κληρικών του Έθνους.

Στο Άνω Μέρος, από τα μεγαλύτερα ριζίτικα Κεφαλοχώρια τ’ Αμαρίου, πρωτοπόρο σ’ όλους τους Κρητικούς Αγώνες, εκτέλεσαν τριάντα οκτώ! Στην Κρύα Βρύση, το μόνιμο καταφύγιο των καταδιωκόμενων από τους δυνάστες οι εκτελεσμένοι έφταξαν τους τριάντα πέντε! Άφθονο έτρεξε ο Κρητικό αίμα στις 22 Αυγούστου του ’44. Οι δολοφονημένοι κόντεψαν δυο εκατοντάδες. Όργιο σφαγής που δε σημειώθηκε στα Ρεθυμνιώτικα από την Ολοκαύτωση τ’ Αρκαδίου.

Μπροστά στα ερείπια

Ξημέρωσε η τελευταία μέρα τ’ Αυγούστου. Πως μας φάνηκε ότι ο ήλιος ανάτειλε λαμπερότερος. Τα κορμιά μας ρουφούσαν τις ακτίνες κι ξαναζωντάνευαν από τη ζωοδότηρα ζεστασιά. Οι φλογέρες των ποιμένων κι οι καμπανέλες των αιγοπροβάτων γλυκοαντηχούσαν στις γύρω πλαγιές. Πουλιά φτερούγιζαν κελαηδώντας από κλαρί σε κλαρί. Ανείπωτη η αγαλλίαση αγναντεύοντας προς τον Ψηλορείτη. Ως ένα βαθμό από το μεγαλείο είχαμε ξεχάσει τη μεγάλη συμφορά. Η τόση ευφορία από τα’ αρμονικό τούτο συνταίριασμα της Δημιουργίας, σταθμός αναψυχής στην εσωτερική κατάθλιψη που νοιώθαμε από τα δεινά που μας πλάκωσαν, μας έδινε τη δύναμη και μας γιγάντωσε την επιθυμία, να πλησιάσουμε το βανδαλισμένο χωριό μας. Απ’ ότι βλέπαμε, οι ναζήδες πρέπει να ‘χαν αποσυρθεί, αποκαμωμένοι από το όργιο του ολέθρου και σφαγής τόσων ημερών. Κατηφορίζοντας προς τη ρίζα του βουνού, συναντηθήκαμε μ’ ένα βοσκό. Πριχού καλά προλάβουμε να τον καλημερίσουμε, μας φώναξε όσο μπορούσε δυνατά: ε μωρέ κοπέλια, εξεκουμπιστήκανε οι (γι) οχθροί μας. Εμπάστε στο χωριό μα να μη χάσετε το κουράγιο σας. Ούλα θα ξανασαστούνε μα οι (γι) ανθρώποι μας…» και τον έπνιξε κόμπος στο λαιμό.
Το ρίξαμε στο γλάκιο, ας πούμε περίεργοι μ’ ότι έμελλε να συναντήσουμε. Σε λίγη ώρα αντικρίζαμε τα ερείπια του χωριού μας! Στο χωριό που άλλοτε μόνο χαρές, τραγούδια κι ευλογίες στον Πανάγαθο, για τον τόπο που μας χάρισε, απλωμένη μια νεκρική απέραντη σιωπή. Συγκλονιστική.

Μας κτύπησε ως τα κατάβαθα. Τα δρομάκια τα γραφικά, τ’ ασβεστωμένα δεξιά ζερβά, με τους σγουρούς βασιλικούς στα χαμηλοπαραθύρια και τις σκιερές κληματαριές εξαφανισμένα. Τα φτωχικά μας, τα πιο πολλά αναστημένα πάνω σε παλιές πυρπολήσεις, συντρίμμια ένας σωρός! Τελειωτική η καταστροφή! Πολλά ζώα  λιανά-χοντρά  τυμπανιασμένα   και  πνιγόσουν  από  τη   δυσοσμία. Δυσκολεύονταν  η  αναπνοή  μας  και  με δισταγμούς απροσδιόριστους αναζητούσαμε το χώρο του μαρτυρίου, το θυσιαστήριο των συγχωριανών μας. Ένα βήμα μπροστά δέκα πίσω. Μας είχε συνεπάρει μεγάλο δέος.

Όταν επί τέλους φτάξαμε στο σπίτι των εκτελέσεων, κόκαλο από το φρικιαστικό θέαμα. Η οσμή των νεκρών ήταν το λιγότερο. Τα   πτώματα   των   αγαπημένων   μας,   παραμορφωμένα,   μισοκαμένα, κατακομματιασμένα.   Μισό  κεφάλι,   μισό  πόδι,   ένα   μέρος  του  χεριού, ενδύματα υποδήματα και άλλα, ξεπρόβαιρναν από τις πέτρες, τα χώματα, τις ντόγιες και τα μεσοδόκια.  Μακάβριο συνοθύλευμα.  Σύγκριο,  ιδρώτας ποταμός μας έλουσε, δε μπορούσαμε να βλέπουμε, δε μπορούσαμε ν’ αντέξουμε άλλο. Προχωρήσαμε προς τον Άη Γιώργη τ’ αγαπημένο γειτονικό εκκλησάκι μας. Με τη μεγάλη την καμπάνα, την αδίπλωτη απ’ αδύνατα χέρια, το μπαϊράκι, τις Άγιες εικόνες. Να παραπονεθούμε στον προστάτη μας για το μεγάλο κακό. Να σταυροκοπηθούμε, να πάρουμε κουράγιο,  να παρηγορηθούμε. Τ’ όμορφο, το κάτασπρο, σαν τις ψυχές των Αγγέλων, εκκλησάκι ισοπεδωμένο. Οι εικόνες, τα ιερά άμφια, τα εξαπτέρυγα, τα ξύλα του φτωχικού τέμπλου, στέναζαν κάτω από τους πεσμένους τοίχους της αγιόκτιστης εκκλησούλας. Στο σημείο του Σταυρού, εκστασιασμένοι, είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τον όμορφο Καβαλάρη να κτυπά αλύπητα το θεριό.

Το θεριό του Βορρά! Η νίκη θα ‘ναι δική μας!
Από τον Άη Γιώργη, σκεφτήκαμε τη βρύση του Κατωχώρι. Να δροσίσουμε τα ξεραμένα χείλη, να βρέξουμε τα ωχρά πρόσωπα μας. Η βρυσούλα που από τότε που στάθηκε ο τόπος μας πότιζε με του θρύλου τ’ αθάνατο νερό, αγνώριστη, ανατιναγμένη. Το δροσερό νεράκι, ανάβλυζε απ’ τα χαλάσματα και το κελάρισμά του, έφτανε ως την ακοή μας, σαν θεϊκή αρμονία. Μας αναπτέρωσε χίλιες ελπίδες. Το χωριό μας θα ξανανθίσει…!

ΓΕΡΑΚΑΡΙ – Ο μακρύς κατάλογος της μεγάλης σφαγής

Γυναίκες:
1. Παννακουδάκη Κ. Ευαγγελία (68)
2. Ταταράκη Ι. Χαρίκλεια (78)
Άνδρες:
1. Αγγελάκης Κ. Γεώργιος (32)
2. Αγελλάκης Αστρ. Νικόλαος (28)
3. Αγγελάκης Αστρ. Φραγκίσκος (20)
4. ΑκουμιανάκηςΔ. Γεώργιος (41)
5. Αλεξανδράκης Κ. Μιχαήλ (16)
6. Βρανάς Εμμ. Δημήτριος (41)
7. Γενεράλις Εμμ. Θεμιστοκλής (78)
8. Γιαννακουδάκης Κ. Εμμανουήλ (23)
9. Δασκαλάκης Ι. Χρήστος (85)
10. Κοκόνας Γ. Αντώνιος (54)
11. Κοκόνας Αντ. Γεώργιος(24)
12. Κοκόνας Ι. Γεώργιος (17)
13. Κοκόνας Κ. Εμμανουήλ (20)
14. Κοκόνας Στυλ. Ευάγγελος (36)
15. Κοκόνας Γ. Μάρκος (47)
16. Κοκόνας Ι. Νικήστρατος (47)
17. Κοκόνας Κ. Νικόλαος (18)
18. Κοκόνας Ι. Πολύδωρος (55)
19. Κοκόνας Δ. Στυλιανός (75)
20. Κουτελιδάκης Ευαγ. Αντώνιος (16)
21. Κουτελιδάκης Ι. Ευάγγελος (64)
22. Κουτελιδάκης Κ. Ευάγγελος (63)
23. Κουτελιδάκης Ν. Ιωάννης (20)
24. Κουτελιδάκης Σταυρ. Ιωάννης (45)
25. Κουτελιδάκης Κ. Νικόλαος (60)
26. Μανιουδάκης Ι. Ευάγγελος (45)
27. Μαρνιέρος Αττ. Γεώργιος (16)
28. Μττολιουδάκης Κ. Παντελής (28)
29. Ξεκαλάκης Γ. Εμμανουήλ (54)
30. Ξεκαλάκης Γ. Ηρακλής (46)
31. Στρατιδάκης Εμμ. Ευστράτιος (22)
32. Ταταράκης Ν. Γεώργιος (53)
33. Ταταράκης Μιχ. Εμμανουήλ (66)
34. Ταταράκης Δ. Ιωάννης (25)
35. Ταταράκης Ν. Κων/νος (47)
36. Ταταράκης Γ. Νικόλαος (52)
37. Τουρνάκης Κ. Γεώργιος (41)
38. Τρουλλινός Γ. Εμμανουήλ (70)
39. Χειμωνάκης Ν. Κωνσταντίνος (47)
40. Χειμωνάκης Ν. Μιχαήλ (45)
41. Χειμωνάκης Πολυχρ. Νικόλαος (74)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΚΘΕΣΗΣ (1945) ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ Για τις ωμότητες των Γερμανών στην Κρήτη (χωριά του Κέντρους)

Την 22/8 ηκολούθησεν η φοβερά τραγωδία των 7 χωρίων του Αμαρίου του ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ, ΓΟΥΡΓΟΥΘΟΙ, ΚΑΡΔΑΚΙ, ΒΡΥΣΕΣ, ΑΝΩ ΜΕΡΟΣ, ΣΜΙΛΕΣ, ΔΡΥΓΙΕΣ, ως και του νοτιώτερον κειμένου ΚΡΥΑ ΒΡΥΣΗ.
Την πρωίαν της ημέρας αυτής τα χωρία του Αμαρίου ευρέθησαν κυκλωμένα υπό γερμανικών αποσπασμάτων, ενώ οι άνδρες όλοι ανυποψίαστοι εκοιμώντο εντός των οικιών των. Εισελθόντες εις τον ΓΕΡΑΚΑΡΗ οι Γερμανοί συνεκέντρωσαν όλους τους κατοίκους εις την οικίαν του Ν. Τζωρτζάκη. Δύο νέοι, Εμμ. Κ. Γιαννακουδάκης και ο Ευστρ. Εμμ. Στρατιδάκης, επιχειρήσαντες να δραπετεύσουν, εφονεύθησαν επί τόπου προ των άλλων συγχωριανών των.

Επειδή αι γυναίκες εθρήνουν, οι Γερμανοί έστρεψαν εναντίον των τα πολυβόλα και τας διέταξαν να σιωπήσουν επί ποινή αμέσου τυφεκισμού. Κατόπιν ανεκοίνωσαν ότι το χωρίον, όπως και τα γειτονικά, θα τιμωρηθή, διότι κατά την διέλευσιν εκείθεν του ανταρτικού αποσπάσματος του απαγαγόντος των αιχμαλωτισθέντα στρατηγόν Κράιπε, δεν έσπευσαν να ειδοποιήσουν σχετικώς τας γερμανικός αρχάς. Έπειτα διέταξαν τα γυναικόπαιδα να πάρουν ότι ηδύναντο μεθ’ εαυτών, διότι θα έκαμνον ένα ταξίδι 40 χιλιομέτρων. Επετράπη εις κάθε οικογένεια να συμπαραλάβη και εν κατοικίδιον ζώον. Το τέχνασμα των Γερμανών ήτο να προτρέπουν τας γυναίκας να εξαγάγουν τα πολυτιμότερα πράγματα των, και να τα συγκεντρώσουν εις ορισμένα μέρη, δήθεν δια να σωθούν εκ της καταστροφής, πραγματικώς όμως δια να ευκολυνθή η σύλησίς των επανελήφθη και εδώ, όπως και εις τους Γουργούθους και το Άνω Μέρος. Ακολούθως αφού εξήλεγξαν την ταυτότητα των ανδρών, τους ηνάγκασαν να καθήσουν στραυροπόδι επί κατηφορικού εδάφους με τα νώτα προς την κατωφέρειαν μόνον και μόνον δια να τους βασανίσουν. Τέλος, αφού εξεχώρισαν τους γέροντας, υποχρεωθέντας ν’ ακολουθήσουν τας γυναίκας, εκράτησαν 36 άνδρας προς εκτέλεσιν, τους δε λοιπούς, 75 περίπου μετά 50 παρθένων οδήγησαν εις το Ρέθυμνον όπου τους εφυλάκισαν επί τρεις εβδομάδας.

Μετά την απομάκρυνσιν του αμάχου πληθυσμού, δισκορπισθέντος εις διάφορα χωρία, ήρχισεν η εκτέλεσις των 36, αγομένων ανά δυο εντός οικίας το πολυβόλον είχε στηθεί προ της εξωτερικής θύρας του εμπρόσθιου δωματίου, ενώ οι μελλοθάνατοι ετοποθετούντο εις το όπισθεν μέρος αυτού, προ θύρας αγούσης εις δεύτερον δωμάτιον μεθ’ εκάστην εκτέλεσιν οι νεκροί εσύροντο και ερίπτοντο εις το όπισθεν δωμάτιον δια να επακολούθηση νέον ζεύγος. Μετά τον φόνον των 36, έρριψαν βενζίνην και έκαυσαν την οικίαν μετά των πτωμάτων. Επηκολούθησε γενική λεηλασία, επί 8 ημέρας 13 αυτοκίνητα μετέφερον την λείαν, ενδύματα, κλινοσκεπάσματα, κεραμίδια, ζώα κ.τ.λ. Μετά την λεηλασία εκάστη οικία εκαίετο κι ανετινάσσετο δια δυναμίτιδος. Το σχολείον ανετινάχθη επίσης εκ θεμελίων, ομοίως αι 4 εκκλησίαι του χωρίου και αι 4 κρήναι. Εκ των 177 οικίων του Γερακάρη δεν απέμεινε ούτε μία ορθή. Της εκκλησίας της Παναγίας τα ερείπια οι Γερμανοί εφρόντισαν να τα μεταβάλουν εις κοπρώνα.

Παραλλήλως εφονεύοντο και όσοι ευρίσκοντο καθ’ οδόν και εις τους αγρούς. Εν συνόλω το χωρίον αριθμεί 53 τυφεκισθέντας, συμπεριλαμβανομένων και των εις Γουργούθους εκτελεσθέντων, συνοικισμόν ανήκοντα εις την κοινότητα του Γερακάρη, ως και των εις Καρδάκι προς συμπλήρωσιν του ορισθέντος αριθμού θυμάτων.
Εις τους εκτελεσθέντος συγκαταλέγονται και 2 γυναίκες η 60ντούτις Ευαγγ. Γιαννακουδάκη, μήτηρ του ετέρου των δύο πρώτων τυφεκισθέντων νέων ((Ίδε ανωτ.) τυφλή και κωφή, εκτελεσθείσα εντός τη οικίας της, διότι μη ακούσασα την διαταγήν δεν είχεν εξέλθει μετά των άλλων κατοίκων και η Χαρ. Ι. Ταταράκη, άνω των 90 ετών, μη δυναμένη να μετακινηθή, επίσης εντός της οικίας της. Εφονεύθη και ο 80ντούτης Στ. Κοκόνας εντός της οικίας του και ο ανάπηρος του 1922 Ευαγγ. Ι. Μανιουδάκης εντός του καταστήματος του.
Το μέγεθος της συμφοράς της πληξάσης το χωρίο θα καταλάβει κάπως οπωσδήποτε πότε ακούων εν μόνον χαράκτηριστικόν παράδειγμα αφανισμού οικογενείας η Ελένη Αστρινού Αγγελάκη πενθεί φονευθέντος τον σύζυγόν της, δύο τέκνα, δύο αδελφούς, πέντε πρώτους ανεψιούς, τεσσάρας πρώτους εξαδέλφους και επτά δεύτερους ανεψιούς.

Εικόνες φρίκης

Οι ναζί από την αγέρωχη συμπεριφορά των μελλοθάνατων στο Κέντρος ξαφνιάστηκαν και τρομοκρατήθηκαν. Έσπευσαν να τους «τσελεκώσουν» και να τους εκτελέσουν με ταχυβόλα όπλα. Πολλοί δεν απαλλάχτηκαν με χαριστική βολή της επιθανάτιας αγωνίας! Μετά έλουσαν τα πτώματα με εύφλεκτες ύλες, έβαλαν φωτιά και ανατίναξαν τα κτίσματα που χρησιμοποιήθηκαν ομαδικοί τάφοι. Από τις ανατινάξεις αλλού ο ενταφιασμός έφτασε και μέχρι εξαφανισμού των πτωμάτων (Άνω Μέρος, Κρύα Βρύση). Στο Γερακάρι, Καρδάκι και Βρύσες, ήθελε μεγάλη δύναμη να αντικρίσει κανένας κατάματα το φρικιαστικό θέαμα. Χέρια δεμένα, ζευγαρωμένα στο θάνατο, κεφάλια κομμένα μ’ ανοιχτά μάτια, δαγκωμένες τις γλώσσες, μ΄ αποτυπωμένη τη φρίκη των τελευταίων στιγμών στα καταματωμένα πρόσωπα. Ο ενταφιασμός ολοκληρώθηκε αμέσως μετά το φεύγα των φονιάδων (29-8-1944). Με τη συνοδεία σκηνών αλλοφροσύνης. Και τι δεν έβλεπες! Τζαγκουρνομαδήματα χαροκαμένων μανάδων, αγκαλιάσματα ακέφαλων πτωμάτων, φιλήματα σπασμένων κεφαλών, μα δεν αντέχω άλλο και σταματώ τις οδυνηρές αναμνήσεις.

Σε σας που δε γνωρίσατε τους αδελφούς και τους πατεράδες μας, που αναπαύουνται στους γαλήνιους και ένδοξους τάφους τους, κάτω από τη σκιά των πιο ψηλών βουνών, σας τους φέρνω στο νου. Όλοι τους μικροί-μεγάλοι κυπαρισσόκορμοι, ρωμαλέοι, πρόσχαροι και γενναίοι. Μ’ ένα πολιτισμένο και γλυκό χαρακτήρα, πούκανε τη φιλία τους πολύτιμο απόκτημα. Εκτός από τις πολεμικές ικανότητες τους και την κλίση τους σε κάθε είδους πατριωτική δράση, τα φιλόξενα αισθήματα τους, η καλοσύνη τους, η επιδεξιότητα στο χορό και στο τραγούδι, ο αυθορμητισμός στο γέλιο και η ζωντάνια τους στο καθετί, έκανε για μας που τους γνωρίζαμε το θάνατο τους διπλά τραγικό.

 

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΙΣ

Κατά μήνα Απρίλιον 1944 απήχθη ο Γερμανός Στρατηγός Κράιπε από ένα Αγγλικόν κομμάντο με την υποστήριξιν Ελλήνων συμμοριτών.
Ο Διοικητής Φρουρίου Κρήτης είχε ζητήσει από ολόκληρο τον πληθυσμό δια προκηρύξεων και ανακοινώσεων να βοηθήση ούτος τας ανακρίσεις προς ανακάλυψιν των δραστών. Η πρόσκλησις όμως αυτή έμεινε άνευ αποτελέσματος. Τώρα έγινε γνωστή, κατόπιν λεπτομερών ανακρίσεων, η ακριβής οδός της αρπαγής του ως είρηται Στρατηγού.
Απεδείχθη ότι το Αγγλικόν Κομμάντο δεν ενισχύθη μόνο από συμμορίτας Έλληνας, αλλά και από τον πληθυσμόν των χωρίων Ανώγεια, Γερακάρι, Γρουργούθοι, Βρύσες, Άνω Μέρος, Κρύα Βρύση, Σαχτούρια, πλησίον των οποίων τον απέκρυψαν, όστις είναι εξ ίσου ένοχος καθ’ όσον ευρίσκετο εν πλήρει γνώσει της αποκρύψεώς του. Τα χωρία ταύτα και οι κάτοικοι επλήγησαν με την τότε απειληθείσαν τιμωρίαν. Ο πληθυσμός, ο ανόητος και παρασυρθείς ριγμένος εις την δυστυχίαν, ας ερώτηση εαυτόν εν όψει των φονευθέντων και τραυματιών και των ερειπίων αν ήτο ορθόν να ακολουθήσει τους Άγγλους και Συμμορίτας εις το έργον των και να υποφέρει τόσον βαρειά.

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ Χ.ΜΥΛΛΕΡ

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Παρατηρητής» Χανίων στο φύλλο της 25 Αυγούστου 1944.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΥΛΛΕΡ

«ΛΗΞΙΑΡΧΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΑΡ. 65

Εν Χαϊδαρίω σήμερον την 20ην (εικοστήν) του μηνός Μαΐου του χιλιοστού εννεακοσιοστού τεσσαρακοστού εβδόμου έτους, ημέραν Τρίτην και ώραν 10 π.μ. μεσημβρία και εν τω Ληξιαρχικά) καταστήμάτι κειμένω εντός του Κοινοτικού Κατ/τος ενώπιον εμού της Ευγενίας Σπαθοπούλου ληξιάρχου της πόλεως Χαϊδαρίου του δήμου Χαϊδαρίου, της επαρχίας Αττικής, ενεφανίσθη ο Κούτσιας Αθαν., ετών 41, επαγγέλματος Μοίραρχος, κάτοικος Αθηνών, οδός Ναυάρχ. Νικόδημου 20, και εδήλωσεν ότι εν Χαϊδαρίω την 20ην (Εικοστήν) του μηνός Μαΐου ημέραν Τρίτην και ώραν 5 π. μεσημβρίας του χιλιοστού εννεακοσιαστού τεσσαρακοστού εβδόμου έτους εξετελέσθη ο ΜΥΛΛΕΡ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ, κάτοικος Γερμανίας, γεννηθείς εν Χούμπερταλ Μπάρμπελ, ηλικίας ετών 48, επαγγέλματος Στρατηγ. Γερμ. Στρατού, θρησκεύματος Διαμαρτυρόμ. Υπήκοος Γερμανός, υιός του Γουλιέλμου. Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του Ιατρού Παυλοπούλου Αθανασίου επήλθεν εκ καταδικαστικής εις θάνατον εκτελέσεως συνεπείας της υπ’ αριθ. 3 αποφάσεως από 9/2/1946 του Ειδικού Στρατοδικείου Εγκληματιών Πολέμου.
Εφ’ ω συνετάγη η παρούσα ήτις αναγνωσθείσα και βεβαιωθείσα παρά του δηλούντος Κούτσια Αθανασίου υπεγράφη παρ’ αυτού και παρ’ εμού.

Ο δηλώσας
Α. ΚΟΥΤΣΙΑΣ

Η ληξίαρχος
Ε. ΣΠΑΘΟΠΟΥΛΟΥ

Ακριβές αντίγραφον εκδοθέν ατελώς προς Στρατ.Χρήσιν
Εν Χαϊδαρίω τη 20/5/1947 Τ.Σ. Υπογραφή»
Κείμενα από την έκδοση του Δήμου Συβρίτου-
Αρχείο Ιστορικών Ερευνών για το Ολοκαύτωμα των χωριών του Κέντρους «Αφιέρωμα στο Κέντρος, Μέρος 1ο Γερακάρι»
σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό Ρεθύμνου

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος