aglayraΜαρτυρία π. Τιμοθέου Καποτά

 

Στις 14 του Δεκέμβρη το πρωί, όταν είδα ότι καιγόταν η Βυσωκά, σκέφτηκα ότι θα έχουμε την ίδια τύχη και εμείς εδώ στο μοναστήρι. Έτρεξα στο κελί μου κι άρχιζα να βγάζω έξω μερικά πράγματα. Την ώρα που μετέφερα τη μηχανή του ραψίματος της μακαρίτισσας της Ευτυχίας, με συναντάει κάτω στην καγκελόπορτα ο ηγούμενος (π. Πάικος) και μου λέει:

«Τέτοια πράγματα κάνεις;» Δεν του απάντησα.

Γυρίζω πάλι πίσω και πήρα λίγο αλεύρι που είχα και το πήγαινα προς το Δάσος.  Έρχεται ο μακαρίτης ο Βασίλειος ο πνευματικός και μου λέει:

«Έλα σε παρακαλώ, έλα και εσύ».

Ανέβηκα επάνω, στην αίθουσα των κειμηλίων. Ήσαν συγκεντρωμένοι εκεί καμιά 20αριά καλόγεροι και κάποιοι δάσκαλοι ή καθηγητές.

Πήρα το λόγο εγώ, παρότι ήμουν ο μικρότερος και έπρεπε να μιλήσω τελευταίος· ήμουν τότε τριάντα τριών ετών.

«Άγιε Ηγούμενε, μου επιτρέπεις να πω την γνώμη μου;»

Μου δίνει την άδεια και απευθυνόμενος προς τη σύναξη λέω :

«Κατά τη γνώμη μου πρέπει να φύγουμε».

«Δεν πρέπει να φύγουμε, γιατί πρέπει να υπερασπίσουμε τα άγιά μας. Ο Άγιος Αλέξιος μας έχει εδώ τόσα χρόνια», απάντησε ο ηγούμενος σε αυστηρό ύφος.

«Γέροντα, μήπως θα μας ρωτήσουν εμάς οι Γερμανοί για το Χριστό, για να πάμε ως μάρτυρες; » Ξαναλέω εγώ.

«Σε διατάζω», μου απαντάει.

 

Κατεβάζω το κεφάλι και φεύγω και πάω κατευθείαν σε ένα κελί. Μπαίνω μέσα και κοιτάω προς τα κάτω, κατά τη Βυσωκά. Βλέπω τους Γερμανούς να ανεβαίνουν προς το μοναστήρι. Φεύγω λοιπόν από κει και πάω πάλι στον Ηγούμενο και του λέω:

«Άγιε Ηγούμενε, τα Καλάβρυτα κάηκαν, το διαπιστώσαμε. Οι Γερμανοί έφυγαν από τα Καλάβρυτα, πήγανε στη Βυσωκά, την κάψανε και έρχονται τώρα προς τα εδώ. Πού είναι οι άνθρωποι που κάηκαν και δεν έχουν ούτε ρούχο να φορέσουν, ούτε φαϊ να φάνε, ούτε τίποτα; Πώς δεν ήρθαν εδώ να κοιμηθούνε; Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι; Αυτό δεν σε βάζει σε έννοια, γέροντα; »

Μου φάνηκε σαν να τον συγκλόνισαν τα λόγια μου. Ωστόσο, δεν μίλησε.

Φεύγω και πάω στο κελί μου. Είχα πάρει την απόφασή μου: θα ‘φευγα στο δάσος. Ζαλώθηκα ένα μεγάλο μπαούλο -που ‘χα και ‘βαζα την πατάτα-, για να το πάω στο δάσος και να βάλω τις κότες μέσα. Βγαίνοντας στο διάδρομο κοιτάω από το παράθυρο και βλέπω που ερχόντουσαν οι Γερμανοί· ήσαν στα κυπαρίσσια. Πετάγομαι έξω και κι άρχισα να φωνάζω:

«Έρχονται οι Γερμανοί, φύγετε, φύγετε. Άγιε Ηγούμενε, τι κάνεις;. Θα πάρεις τον κόσμος τον λαιμό σου;».

Και φύγανε όλοι. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα τότε.

Γυρίζω πίσω και πήρα λίγο ψωμί, ένα πανωφόρι και ένα κιάλι στα χέρια μου, τα πήρα και όταν εγώ έβγαινα έξω να κάνω κατά το ηρώο οι Γερμανοί ήσαν στον ιστορικό ναό. Τόσο κοντά. Από εκεί λοιπόν πήγα πάνω στο βουνό-μια ώρα μακριά από το μοναστήρι- και συνάντησα εκεί τον ηγούμενο, που είχε διαφύγει από έναν άλλο δρόμο. Οι υπόλοιποι μοναχοί είχαν κάνει προς την Κρανιά. Κάποια στιγμή κοιτάω και βλέπω, όπως φύσαγε ο αέρας, τέσσερα μέτρα τις φλόγες που ξεπετάγονταν από το μοναστήρι και λέω:

«Καίγεται η Αγία Λαύρα, Άγιε Ηγούμενε».

Τα ιερά κειμήλια, ωστόσο, τα σώσαμε. Τα πιο πολλά –τα ιστορικά και θρησκευτικά- τα ‘χαμε βάλει μέσα σε μια κρύπτη ενός θόλου που επικοινωνούσε από πάνω μ’ ένα κελί. Βούτηξα τ’ αντερί μου μέσα στο νερό, το φόρεσα και πήδηξα από το κελί κάτω στην κρύπτη. Σήκωσα τις αμπάρες από την πόρτα και μπήκανε οι μοναχοί και τα πήρανε. Έτσι τα σώσαμε.

Την εκκλησία δεν την έκαψαν. Είχαμε αφήσει μερικά-για παραπλάνηση- μήπως μας ζητήσουν λόγο για το πού είναι τα κειμήλια…

 

Στις 14 Δεκέμβρη 1943 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς κάτω από τον ιστορικό πλάτανο της Αγίας Λαύρας οι :

Χρυσανθακόπουλος Ευθύμιος  (ιερομόναχος)

Νασιόπουλος Βασίλειος (ιερομόναχος)

Νεόφυτος Αρφάνης (μοναχός)

Ασημακόπουλος Αγαθάγγελος (ιερομόναχος)

Παπαρρηγόπουλος Αμβρόσιος (ιερομόναχος)  –

Μπράτσικας Παναγιώτης  (φύλακας της μονής )

 

Πηγή ΔΜΚΟ

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος