| Εκπαίδευση |
|
|
| ΤΡΙΤΗ, 25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2011 18:51 | ||||||
|
Τα τελευταία χρόνια οι απόψεις που δίνουν μεγαλύτερο βάρος στον πρωταρχικό ρόλο των μουσείων ως εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κερδίζουν συνεχώς έδαφος, αφήνοντας τις θεωρίες για τον αισθητικό τους ρόλο στο περιθώριο. Για την ανάπτυξη των θεωριών της μουσειοπαιδαγωγικής χρησιμοποιήθηκαν οι σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες οι οποίες τροποποιήθηκαν ως προς το περιβάλλον εφαρμογής τους, ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες ενός μουσειακού χώρου.
Το ζητούμενο της συγκεκριμένης πρότασης είναι να προτείνει τρόπους διδασκαλίας του ιστορικού μαθήματος, οργανωμένους στη βάση μιας συσχέτισης με τις ιστορικές πηγές και τα «ίχνη» του παρελθόντος και συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Αυτό προϋποθέτει απ’ τη φύση του μια διεύρυνση της μαθησιακής διεργασίας και μια χωροτοπική μεταφορά της σε χώρους που είναι «ζωντανοί μάρτυρες» του παρελθόντος.
Το σχολείο και η τάξη έχουν στεγάσει την ιστορική εκπαίδευση μονιστικά, χωρίς άμεσο συσχετισμό με τους ιστορικούς τόπους, δηλαδή τα μνημεία, τα μουσεία, τις συλλογές, τις ιστορικές βιβλιοθήκες κ.α. Τους τόπους δηλαδή όπου οργανώθηκαν ή διαδραματίστηκαν τα ιστορικά γεγονότα ή όπου φυλάσσονται οι ιστορικές πηγές. Αυτή η «μοναδικότητα» της τάξης δεν μετριάζεται με την ευκαιριακή και, πολλές φορές, αποσπασματική, επίσκεψη σε μνημεία και μουσεία, που έχουν πολλές φορές μέτρια ή και μηδενικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Η διδασκαλία ενός μαθήματος Ιστορίας σε πρωτογενείς χώρους ιστορικής αξίας ενισχύει την καλύτερη μετάδοση και την αποτελεσματικότερη κατάκτηση της ιστορικής γνώσης. Η σύγχρονη ιστορικοδιδακτική δεοντολογία έχει διευρύνει και βαθύνει τους μορφωτικούς της ορίζοντες, ειδικά με τη βοήθεια των θεωριών της μουσειοπαιδαγωγικής, που προτάσσουν τον εκπαιδευτικό και μορφωτικό ρόλο του μουσείου έναντι των υπόλοιπων λειτουργιών του.
Με την ενσωμάτωση της διδασκαλίας της Ιστορίας σ’ ένα μουσειακό χώρο όπως το Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος, η πρόσληψη γνώσης αποκτά νέες δυναμικές. Οι μαθητές θα μπορέσουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο μαθησιακό ενδιαφέρον μέσα από τη συσχέτιση των αντικειμένων με το θεωρητικό τους πλαίσιο και την εναργέστερη αναπαράσταση της πραγματικότητας και το μάθημα θα καταστεί συμπαθέστερο και διδακτικώς περισσότερο ευχάριστο, ξεφεύγοντας από τη μονιστική μαθησιακή διαδικασία που λαμβάνει χώρα στη τάξη. Τα βιώματα, η αυτενέργεια και οι βιωματικές καταστάσεις των μαθητών αποτελούν αφετηρία και κεντρικό άξονα της πρότασης αυτής. Ένα άλλο σημαντικό όφελος που απορρέει από την ενσωμάτωση του μαθήματος στο μουσείο είναι πως οι μαθητές ασκούνται στις ιστορικοκριτικές δεξιότητες, τις οποίες και αναπτύσσουν μέσα από την παρατήρηση των αντικειμένων, τη διασύνδεσή τους με το ιστορικό περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες δημιουργήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν, και στην ερμηνεία των δεδομένων της ιστορικής έρευνας. Διδακτικός στόχος δεν είναι η απλή γνώση ιστορικών γεγονότων από τον μαθητή αλλά η καλλιέργειά του στην κριτική και την δημιουργικά ερμηνευτική, πρωτοβουλιακή στάση του απέναντι στα ιστορικά γεγονότα, η συνειδητοποίηση, από μέρους του, της ανάγκης για επιστημονική θεώρηση των ιστορικών γεγονότων και η κατανόηση ότι οι ιστορικές πηγές επιδέχονται περισσότερες της μίας εκτιμήσεις. Περισσότερη ιστορικομορφωτική σημασία έχει όχι η εκτατική (δηλαδή η πλήρης κάλυψη της ύλης) αλλά η εντατική ιστορική εκπαίδευση, δηλαδή η σύνδεση των γεγονότων και της αιτιώδους σχέσης τους, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία σε ένα μουσείο. Οι περισσότερες από τις μνήμες των ιστορικών γεγονότων μειώνονται, με την πάροδο του χρόνου. Οι ιστορικοκριτικές εμπειρίες και δεξιότητες, ωστόσο, διατηρούνται και είναι μακροβιότερες εάν λάβουν χώρα σε έναν μουσειακό χώρο*.
Με βάση αυτές τις σκέψεις, θεωρούμε πως το πρόγραμμα που προτείνεται μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα εάν ο εκπαιδευτικός έχει κατά νου πως δεν είναι στόχος να παραχθεί στείρα γνώση αλλά διαμόρφωση της κριτικής σκέψης των παιδιών σε ένα χώρο φορτισμένο με μεγάλη ιστορική αξία.
Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα προτείνεται να υλοποιηθεί σε τρία στάδια-δράσεις.
Κατά το πρώτο στάδιο (πριν την επίσκεψη), ο εκπαιδευτικός καλείται να προετοιμάσει τους μαθητές του για την επίσκεψη στα Καλάβρυτα και στο Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος. Λίγες μέρες πριν την πραγματοποίηση της επίσκεψης, στο χώρο της σχολικής τάξης (και, αν υπάρχει δυνατότητα, σε σύνδεση με τα μαθήματα της Ιστορίας ή/και της Έκφρασης-Έκθεσης) ο διδάσκων, αφού πρώτα τονίσει τη σπουδαιότητα του χώρου τον οποίο πρόκειται να επισκεφθούν, θέτει το σκοπό της επίσκεψης και επιχειρεί ανασκόπηση των σχετικών γνώσεων που κατέχουν οι μαθητές. Στη συνέχεια, αφηγείται συνοπτικά τα γεγονότα του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος τοποθετώντας την ιστορία της σφαγής στα Καλάβρυτα μέσα στο ιστορικό της πλαίσιο, δηλαδή εντάσσοντάς τα στην περίοδο της Κατοχής και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (παρέχονται οι κατάλληλες πηγές γι’ αυτό).
Κατά το στάδιο αυτό θεωρούμε πως είναι πολύ σημαντικό να διαβάσει προφορικές μαρτυρίες των επιζώντων της σφαγής, μέσω των οποίων θα δοθεί η δυνατότητα να καταδειχθεί η εμπειρία σε προσωπικό επίπεδο και ν’ αντιληφθούν οι μαθητές πως καθεμιά από αυτές τις «στατιστικές» περιπτώσεις αντιπροσωπεύει έναν αληθινό άνθρωπο (παρέχονται επίσης μαρτυρίες και φωτογραφίες).
Κατά το δεύτερο στάδιο (κατά τη διάρκεια της επίσκεψης), οι μαθητές, επισκεπτόμενοι το Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος και στη συνέχεια τον Τόπο Θυσίας, καλούνται να εργαστούν στη βάση ενός Σχεδίου Εργασίας, γνωστής διδακτικής μεθόδου, η οποία βασίζεται στην αρχή της αυτενέργειας, της διερεύνησης και της ενεργού, συμμετοχικής μάθησης.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι αναγκαίο οι μαθητές να έχουν χωριστεί από πριν σε ομάδες –και, αν κρίνεται σκόπιμο, σε υποομάδες–, στις οποίες θα ανατεθούν ορισμένες εργασίες, από αυτές που προτείνονται στο συνοδευτικό Φύλλο Εργασίας, για συλλογή και επεξεργασία δεδομένων κατά την περιήγησή τους στο χώρο.
Κατά το τρίτο στάδιο (μετά την επίσκεψη), οι μαθητές, έχοντας πλέον επιστρέψει στη βάση τους, καλούνται να συνθέσουν και, σε καθορισμένη ημερομηνία, να παρουσιάσουν τις εργασίες τους, είτε μέσα στην τάξη ως μέρος του «μαθήματος», είτε «επί σκηνής», στο πλαίσιο ειδικής εκδήλωσης. Για την επιτυχία του εγχειρήματος θεωρούμε αναγκαία τη δημιουργία γενικότερα ενός μαθησιακού περιβάλλοντος, όπου οι μαθητές θα μπορούν ν’ αναλογιστούν και θα ενθαρρύνονται να θέτουν ερωτήσεις, να συζητούν τις σκέψεις και τους φόβους τους, να μοιράζονται ιδέες, γνώμες και ανησυχίες.
Στα πλαίσια της διαθεματικής και διεπιστημονικής προσέγγισης, η οποία χαρακτηρίζει τα νέα προγράμματα σπουδών, και, πιστεύουμε, τις ιδιαίτερες απαιτήσεις ειδικότερα των μαθημάτων της Έκφρασης-Έκθεσης και της Ιστορίας, προτείνουμε την εκπόνηση από τους μαθητές περαιτέρω συνθετικών, δημιουργικών εργασιών (3η Δράση), οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα «προέκτασης» της επίσκεψης και σύνδεσής της με θέματα που παρουσιάζουν αυξημένο ενδιαφέρον για τους μαθητές, για την κοινωνία και τον πολιτισμό γενικότερα. Μ’ αυτό τον τρόπο, ασκείται η δημιουργικότητα και η κριτική σκέψη των παιδιών, καταλύονται οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων και σχολικών δράσεων και ενοποιείται η σχολική γνώση.
* Ο ιστορικός Fernand Braudel έχει πει «Το μουσείο θα μπορούσε υπό όρους, να αποτελέσει τομή για την παραδοσιακή ιστοριογραφία και να γίνει εργαλείο ανάλυσης για τη μελέτη των σύγχρονων κοινωνιών», βλ. Γιώργος Κόκκινος, Ευγενία Αλεξάκη (επιμ.), Διεπιστημονικές Προσεγγίσεις στη Μουσειακή Αγωγή, εκδόσεις Μεταίχμιο, πρώτη έκδοση, 2002, σελ. 256, υποσημείωση 14. |










