Η Τελευταία συνεδρίαση του Συλλόγου των Καθηγητών.

«…Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 1943, ώρα 3. μ.μ. Θέματα: «Φοίτηση-Επίδοση- Διαγωγή των μαθητών κατά το πρώτο δίμηνο του σχολικού έτους». Οι δραματικές συνθήκες της κατοχής δεν κατορθώνουν να μειώσουν στα μέλη του Συλλόγου των Καθηγητών τη σημασία κάθε εκπαιδευτικής υποχρέωσής τους.
Στην κεφαλή του ευρύχωρου τραπεζιού ο Γυμνασιάρχης Αντώνιος Οικονόμου, γαλήνιος, επιβλητικός, σοβαρός. Δεξιά και αριστερά του οι δύο ιερωμένοι Θεολόγοι, Δωρόθεος Παπαδημητρίου, υποδιευθυντής του Γυμνασίου, και Παρθένιος Λουκόπουλος, μοναχοί της ιστορικής Ιεράς Μονής της Αγίας Λαύρας, όπου κατά τους χρόνους της δουλείας, είχε καταφύγει το Βυζάντιο ως ατμόσφαιρα, ως παράδοση, ως « μεγαλυνάριο και κεκραγάριο και λιβανωτός», αναμένοντας να φουντώσει στην ώρα του ο Μεγάλος ξεσηκωμός. Ακολουθούν δεξιά και αριστερά οι εγκρατέστατοι φιλόλογοι, Αντώνιος Δημόπουλος, Αλέξανδρος Παπαδημητρίου και Αθανάσιος Κουμάντος, κοντά ο θεολόγος Μεγακλής Θωμάς και τέλος ο καθηγητής της Γαλλικής Γλώσσας Κωνσταντίνος Αθανασιάδης. Καθένας τους είχε μπροστά του φύλλο με ουσιαστικές και χρήσιμες παρατηρήσεις σχετικές με το θέμα της συνεδρίας.
Δύο ώρες συγκινησιακά φορτισμένες, δύο ώρες υπερθετικής εκπαιδευτικής προσφοράς. Οι οκτώ αυτοί αφοσιωμένοι  εκπαιδευτικοί δέχτηκαν μαζί με όλο τον ανδρικό πληθυσμό της πόλης τα χιτλερικά δολοφονικά βόλια στο χωράφι του Καππή, και παραδόθηκαν στην αθανασία. Στη συνεδρίαση εκείνη μετείχαν και άλλοι πέντε καθηγητές, δύο φιλόλογοι, ένας θεολόγος, ένας μαθηματικός και ένας της σωματικής αγωγής, διασωθέντες».
Η απόφαση για το κλείσιμο του σχολείου.

«…Έξι μέρες μετά  την τελευταία συνεδρίαση του Συλλόγου των Καθηγητών έγινε ο φοβερός βομβαρδισμός της Βυσσωκάς με πολλά θύματα από Γερμανικά στούκας. Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης είχε τη συνήθεια να βρίσκεται κάθε πρωί πρώτος στο σχολείο και το μεσημέρι μετά το κουδούνι εισόδου για την τελευταία ώρα διδασκαλίας έφευγε, όπως και οι καθηγητές που δεν είχαν μάθημα.
Ο θόρυβος που έκαναν τα στούκας δημιουργούσε την εντύπωση ότι βομβαρδίζονταν τα Καλάβρυτα. Αμέσως, με πολύ δυσκολία οι διδάσκοντες συγκρατήσαμε τα παιδιά και τα κατεβάσαμε με προσοχή και ήσυχα, δεκάδες τα σκαλοπάτια του ψηλού κτιρίου, και τα καθηλώσαμε σε ένα βαθύ χαντάκι που υπήρχε τότε έξω από το προαύλιο του διδακτηρίου.
Ο κίνδυνος επαναλήψεως του βομβαρδισμού, με πιθανό και της πόλης, υποχρέωσε το Σύλλογο σε έκτατη συνεδρίαση στις 3 μ.μ. Εξετάστηκε η κατάσταση και πάρθηκε απόφαση να κινηθεί τριμελής αντιπροσωπεία καθηγητών για αναζήτηση του Αρχηγείου των ανταρτών, που για λόγους ασφαλείας μετακινιόταν συνέχεια, για να ζητήσει άδεια διακοπής της λειτουργίας του Γυμνασίου. Δεχτήκαμε οι Αντώνης Δημόπουλος, Κωνσταντίνος Αθανασιάδης κι εγώ να ξεκινήσουμε το πρωί της επόμενης για αναζήτηση του Αρχηγείου.
Το ίδιο απόγευμα στην κεντρική πλατεία της πόλης συνάντησα έναν αντάρτη αδιόριστο καθηγητή των μαθηματικών εκ Πατρών στον οποίο, όταν υπηρετούσα προ του πολέμου εκεί έστελνα αδύνατους στα μαθηματικά μαθητές μου για βοήθεια, μια και αδιόριστος συνάδελφος, λόγω αριστερών φρονημάτων, δεν είχε το απαραίτητο για διορισμό τότε σε δημόσια θέση πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Έτσι είχε δημιουργηθεί κάποια φιλία. «Κώστα» του λέω, «πώς εδώ στα βουνά;», «πού μπορούσα να είμαι εγώ;» μου δηλώνει. «Ώστε αντάρτης» του λέω και του ζητώ πληροφορία  πού περίπου να βρίσκεται το Αρχηγείο, εξηγώντας του τι το θέλουμε. Γελώντας με ξάφνιασε λέγοντάς μου «εγώ είμαι επί της παιδείας και δικό σας θέμα είναι η διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου». Τον παρουσίασα αμέσως στο Γυμνασιάρχη, που κατά τη συνήθειά του βημάτιζε κάτω από τα πλατάνια της πλατείας. Έτσι, πρωί της επομένης διακόψαμε τη λειτουργία του Γυμνασίου και οι μαθητές  των χωριών έφυγαν για τα σπίτια τους, όπως και οι καθηγητές που σωθήκαμε. Ευτυχής εκείνη η συνάντηση με τον αντάρτη συνάδελφο. Δεν ξέρω αν έγκαιρα θα συναντούσαμε το Αρχηγείο, προ δηλαδή της συμφοράς, οπότε 200 ακόμη μαθητές θα συμπεριλαμβάνονταν στη σφαγή».
Σπήλιος Πολυδώρου

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος