«Τα Καλάβρυτα ήταν μία πολύ καλή κοινωνία αυτάρκης, φιλήσυχη και φιλοπρόοδη. Ήταν το κέντρο της επαρχίας με πλούσια εμπορική και μεταναστευτική κίνηση, μια πόλη ζωντανή που έσφυζε από ζωή. Άνθρωποι ντόπιοι ή επήλυδες, αγρότες, κτηνοτρόφοι, μικρέμποροι, τεχνίτες, ελεύθεροι επαγγελματίες-γιατροί, δικηγόροι, φαρμακοποιοί- υπάλληλοι της Δημόσιας Διοίκησης, συγκροτούσαν τον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της πόλης που άνθιζε και συνεχώς προόδευε.Παράλληλα, τα Καλάβρυτα είχαν-με τα μέτρα της εποχής εκείνης-μια υψηλή κουλτούρα. Υπήρχε Φιλαρμονική που την επανδρώναμε εμείς οι μαθητές των σχολείων και ψυχαγωγούσαμε τους Καλαβρυτινούς με τις εξόδους μας, στις γιορτές, τα πανηγύρια, τους χορούς, τις δεξιώσεις, τις Κυριακές στην πλατεία κλπ. Στα σχολεία, επίσης, που ήσαν το κέντρο πολιτιστικής δημιουργίας, διοργανώναμε αθλητικούς αγώνες όχι μόνο στη λήξη των μαθημάτων, «ανεβάζαμε» θεατρικές παραστάσεις, συμμετείχαμε στον προσκοπισμό και σε πολλές εξωραϊστικές δραστηριότητες.

Θυμάμαι τους περιοδεύοντας θιάσους, τα περίφημα θεατρικά μπουλούκια που έρχονταν στα Καλάβρυτα ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες-και διασκέδαζαν τόσο τους Καλαβρυτινούς, όσο και τους παραθεριστές, Πατρινούς και Αθηναίους, με Καλαβρυτινή ή μη καταγωγή, που κατέκλυζαν με το τρενάκι, τον ξακουστό Οδοντωτό, την πόλη μας και κάποια χωριά-θέρετρα (Κερπινή-Βραχνί), που φημίζονταν για το υγιεινό τους κλίμα.

Το υψηλό, λοιπόν, βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο της πόλης μας σε συνδυασμό με την πλούσια ιστορία της, την είχαν καταστήσει αξιοζήλευτη και δικαίως πολλοί την είχαν ονομάσει «μικρό Παρίσι».

Και φτάσαμε στο έτος 1940 που οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο. Τα Καλάβρυτα, όπως και άλλοτε, έδωσαν και εδώ το παρόν. Πολλά παιδιά μας-Καλαβρυτινόπουλα-ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της πατρίδας και αναχώρησαν για το Αλβανικό Μέτωπο. Θυμάμαι τις εκδηλώσεις που κάναμε τότε με τη Φιλαρμονική στις αρχές του πολέμου. Παιανίζαμε στους δρόμους και συνοδεύαμε τα παιδιά μας μέχρι το Σταθμό, απ΄όπου στη συνέχεια φεύγανε με το τρενάκι, το «μουτζούρη». Βέβαια τότε είμαστε διατεταγμένοι στην περίφημη νεολαία της δικτατορίας του Μεταξά, η οποία διαπαιδαγωγούσε τους νέους πάνω στα εθνικά και ηθικά ιδεώδη της Ελληνικής φυλής. Εν πάση περιπτώσει, περάσαμε εκείνα τα χρόνια των πολέμων για να ακολουθήσει η Κατοχή, η σκλαβιά. Θυμάμαι τότε το γυρισμό των παιδιών μας από τα μέτωπα τα αλβανικά και του Ρούπελ. Ηττημένοι αλλά όχι προσκυνημένοι.

Οι Γερμανοί κατά χρονικά διαστήματα –ιδίως μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας-έκαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών στην περιοχή μας. Κάθε φορά και αυτό έχει μείνει αποτυπωμένο στο μυαλό μου, όταν γίνονταν αυτές οι επιχειρήσεις, φεύγαμε όλοι μηδενός εξαιρουμένου, φεύγαμε και πηγαίναμε ο καθένας σε μέρη που ‘σαν ασφαλή. Εμείς, π.χ πηγαίναμε στο χωριό του πατέρα μου, τη Γουμένισσα ή πηγαίναμε πάνω προς το Σιγούνι που ‘ χαμε άλλους γνωστούς. Μετά τη μάχη της Κερπινής και την αιχμαλωσία των Γερμανών στρατιωτών, η ζωή μέσα στην πόλη έγινε αβέβαιη. Υπήρχε το άγχος, υπήρχε ανησυχία. Γίνονταν συσκέψεις και διαπραγματεύσεις για την τύχη των αιχμαλώτων, κυρίως κοντά στο ξενοδοχείο μας-ήταν και ο πατέρας μου ανακατεμένος- και με το Μίχο και με τους άλλους. Και όταν μαθεύτηκε ότι οι Γερμανοί περικυκλώνουν με «πανστρατιά» τα Καλάβρυτα, δεν ξέρω, τελικά, τι έγινε και οι προεστοί εδώ της πόλης, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας μου, απεφάσισαν αυτή τη φορά να μείνουν στα Καλάβρυτα. Θυμάμαι που λέγανε μερικοί:

«Αφού μένουνε οι έχοντες παιδιά αντάρτες, γιατί να μην μείνουμε και εμείς οι υπόλοιποι;»

Ήτανε, ας το πούμε το «κλου» της δικαιολογίας, γιατί δεν φύγαμε εκείνη τη φορά. Έτσι φτάσαμε την ημέρα που μπήκαν οι Γερμανοί μέσα στα Καλάβρυτα και μας αποκοίμιζαν επί τέσσερες ημέρες και την πέμπτη μας σκότωσαν». (απόσπασμα)-Γεώργιος Χάμψας

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος