«…Μέσα από τον άμορφο σωρό πετάγεται σαν ημίθεος μπροστά ο καθηγητής Αθανασιάδης και με αλλοιωμένη την όψη από αγανάκτηση, πατώντας στο αριστερό του πόδι και γέρνοντας προς τα μπροστά, με ανοιχτά τα χέρια φωνάζει:

 

– Φτου σας και πάλι φτου σας, γουρούνια, βάρβαροι, κανίβαλοι, άτιμοι άνθρωποι. Πού είναι ο λόγος σου Τέννερ; Πού είναι ο λόγος της στρατιωτικής τιμής Γερμανών αξιωματικών; Ου να μου χαθ…

 

Εδώ κόπηκε η φωνή αυτού του λαμπρού, πολιτισμένου, αγνού και πολυμαθούς Έλληνα Κωνσταντινουπολίτη εκπαιδευτικού. Μια ριπή έριξε κάτω το γερό πνευματικό δέντρο, το δέντρο που για πολλά χρόνια γαλούχησε τα Καλαβρυτινόπουλα, όπως και μένα. Κι άλλα τέτοια δέντρα πέφτουν γύρω του, όπως ο γυμνασιάρχης Αντώνιος Οικονόμου και ο καθηγητής Αντώνιος Δημόπουλος, γνήσιοι Καλαβρυτινοί.

 

Δυο ακόμη ευσυνείδητοι και φωτισμένοι κληρικοί, καθηγητές του Γυμνασίου πέφτουν εκεί. Είναι οι αρχιμανδρίτες Παρθένιος Λουκόπουλος και Δωρόθεος Παπαδημητρίου και μαζί όλοι οι υπόλοιποι καθηγητές, δάσκαλοι και υπάλληλοι της πόλης την εποχή εκείνη. Βλέπω ακόμη τον λαμπρό δικηγόρο και έξοχο ρήτορα Πάνο Γεωργαντά να φωνάζει σα να αγόρευε ενώπιον ακροατηρίου στο δικαστήριο.

 

Ένα ουρανόμηκες παρατεταμένο «Ζήτω η Ελλάς» ακούστηκε από τους Καλαβρυτινούς που ήταν ακόμη ζωντανοί. Οι Ναζί εξοργίζονται μέχρι μανίας από αυτή την υπέροχη έξαρση και ο Τέννερ κινεί τα χέρια και φωνάζει νευρικά να επιταχυνθεί ο ρυθμός της βολής των μυδραλίων. Κι όσο αυτά κροταλίζουν, τόσο αυξάνονται τα πτώματα και οι ζητωκραυγές λιγοστεύουν. Ακούγεται βροντερή η φωνή του γιατρού Χάμψα, βροντερή σαν επωδός αρχαίου δράματος, που πέφτει αγκαλιασμένος με τα δυο του αγόρια, σαν το δέντρο με τα κλωνάρια του τη στιγμή που δέχεται την τελευταία τσεκουριά από τον ξυλοκόπο.

 

– Πεθαίνουμε, πατριώτες μου, γενναία κι υπερήφανα. Ζήτω η Ελλάδα μας.

 

Τα τελευταία «Ζήτω» των Καλαβρυτινών ανακατεύονται μ’ ένα υπόκωφο ατέλειωτο «ω,ω,ω» κι άλλες φωνές, μουγκρητά, επικλήσεις προσφιλών προσώπων, κατάρες κατά των βαρβάρων εκτελεστών, «Θεέ μου»…

 

Στο μεταξύ, συνεπαρμένος από το ψυχικό μεγαλείο των συμπατριωτών μου, δέχτηκα μια ριπή τριών βλημάτων που σφηνώθηκαν στο δεξί μου πόδι μεταξύ μηρού και λεκάνης. Ενστικτωδώς έπεσα στη διπλανή μικρή χαράδρα και με το τραυματισμένο πόδι προς τη γη ξάπλωσα κάτω και κόλλησα στο δεξί μέρος της κοίτης της. Σκεπάστηκα μ’ αγκάθια κι άλλα ξερά χόρτα.

 

Ενώ με είχε καταλάβει αδιαφορία για το θάνατο, μια απόλυτη αναισθησία, σαν σε κινηματογραφική ταινία πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου αγώνες του έθνους πάνω από 3000 χρόνια.

 

Τα μυδράλια συνέχιζαν το φονικό τους έργο. Τα βογκητά και τα μουγκρητά ανακατεύονταν με το σαρδόνιο γέλιο των Ναζί. Σε λίγο σταματούν. Τίποτε άλλο προς στιγμήν. Ξαφνικά ακούγεται ο θόρυβος της γερμανικής μπότας, που έσπευδε από τρεις κατευθύνσεις, βαριά, γρήγορη, για να δώσει τη χαριστική βολή, ώστε να μην απομείνει κανένας μάρτυρας της θηριωδίας τους.

 

Αρκετοί, τραυματισμένοι και μη, είχαν διαφύγει τον κίνδυνο των αυτόματων όπλων. Αλλά να, τώρα οι Ναζί μέσα στον άμορφο σωρό ζωντανών και νεκρών εκτελούν το τελικό έργο του προαποφασισμένου και άριστα οργανωμένου εγκλήματός τους. Τραβούν από τα χέρια, από τα πόδια, από τα μαλλιά, απ’ όπου μπορούν, έναν-έναν τους κατοίκους και τους πετούν πάλι πιο πέρα σ’ άμορφο σωρό. Δίνουν τη χαριστική βολή αποτελειώνοντας τους τραυματισμένους και εκτελώντας εκείνους που είχαν διαφύγει τις ριπές των μυδραλίων. Εκτελούν το μακάβριο έργο τους με μεγάλη ευσυνειδησία επαγγελματιών δολοφόνων, χρησιμοποιώντας κάθε είδους φονικά μέσα και χωρίς κάποιο ενδοιασμό ή ταραχή. Με το πιστόλι, το αυτόματο, το ντουφέκι, τη λόγχη, το τσεκούρι αλλά και με χειροβομβίδες –βρέθηκαν δυο τραυματίες με τα θραύσματά τους- αποτελειώνουν τα θύματά τους.

 

Κολλημένος στο χαντάκι παρακολουθώ όσα διαδραματίζονται. Έξαφνα φτάνουν στ’ αφτιά μου σπαρακτικές φωνές. Είναι οι φωνές δυο μικρών παιδιών, του Ντίνου Δημόπουλου -που είχε διαφύγει από τις ριπές και τώρα, βλέποντας το θάνατο να πλησιάζει, πετάγεται και τρέχει έντρομος σαν αλαφιασμένος για να γλιτώσει- και του αδερφικού του φίλου Κωνσταντίνου Αλεξόπουλου. Ο πρώτος, ενώ τρέχει, λαχανιασμένος ξεφωνίζει:

 

– Γιατί μας σκοτώνετε; Τι σας εκάμαμε; Εμείς είμαστε μικρά παιδιά, μαθητές. Θέλουμε να ζήσουμε, μη μας σκοτώνετε.

 

Μαζί του τρέχει κι ο φίλος του, σα σβούρα… Κι οι πέτρες κι αυτές θα ράγιζαν, ακόμη κι αυτός ο Χάροντας μπροστά στα λόγια των μικρών μαθητών… Μόνον οι Γερμανοί εκτελεστές έμειναν ασυγκίνητοι. Μόνον αυτοί δε σκέφτηκαν ότι κι οι ίδιοι είχαν παιδιά κι αδέρφια και ότι δεν είχαν το δικαίωμα να στερήσουν τη ζωή από μικρά παιδιά… Ειρωνικά γέλια, κάποια κυνηγημένα βήματα, δυο πυροβολισμοί και τα άγουρα νιάτα ξεψύχησαν…» (απόσπασμα)

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος