«Τι θα λέγατε, αγαπητοί φίλοι, να κάνουμε μαζί μια βόλτα στην παλιά μας ωραία Πολιτειούλα, για να γνωρίσουμε από κοντά τους ανθρώπους της, να δούμε τις ασχολίες του καθενός, να κουβεντιάσουμε μαζί τους, – αν αυτό μπορείτε με λίγη καλή θέληση και περισσότερη φαντασία να το νοιώσετε – και να καθίσουμε ύστερα, κάτω από τα θεόρατα και δροσερά πλατάνια στην πλατεία, να πιούμε τα καφεδάκια μας, συζητώντας, σχολιάζοντας, κουτσομπολεύοντας;

Ας αρχίσουμε λοιπόν, τον φανταστικό μας περίπατο, από την πάνω πλατεία του Χελμού, με τα δύο θεόρατα, σμιχτά σχεδόν, πλατάνια, ακούγοντας το κελάρυσμα της βρυσούλας, που τρέχει γάργαρο νεράκι, φτιαγμένη στον κορμό του ενός. Στον ίσκιο αυτών των πλατανιών κάθισαν οι τρεις γέροντες, ο Ζαΐμης, ο Φωτήλαςκι ο Πετιμεζάς και συζήτησαν για την τύχη της πατρίδας, για τη λευτεριά της. Κι η λαϊκή μας Μούσα τη συνάντηση αυτή την έκαμε τραγούδι, που τραγουδιέται και σήμερα και θα τραγουδιέται πάντοτε.

Το βλέπετε αυτό το μακρόστενο οικοδόμημα με τη μεγάλη αυλή, πιο κάτω από το γραφικό πέτρινο γεφυράκι – τη γέφυρα των Στεναγμών -κατά την έκφραση ρομαντικού παλιού φίλου; Είναι το Ελληνικό μας σχολειό, το Σχολαρχείο, στο όποιο φοίτησαν πολλές γενιές Καλαβρυτινών. Και δίπλα του το τεράστιο αυτό διώροφο κτίριο, με τα πολλά μπαλκόνια, με το μεγάλο ισόγειο, ωραίο και επιβλητικό, που στολίζει την Πολιτειούλα; Είναι το νέο ξενοδοχείο «ο Χελμός» τουΤάκη του Γεωργακόπουλου, ενός δραστήριου και ανήσυχου άνθρωπου, που σε πείσμα της φρόνησης των πολλών το ‘χτισε. Αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε αλλού.

Μα ας συνεχίσουμε το δρόμο μας για το σταθμό και ν’ αρχίσουμε τις γνωριμίες μας». (απόσπασμα)

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος