«Τρεις η ώρα τη νύχτα γινόταν πολύς θόρυβος. Ξυπνήσαμε. Μήπως όμως είχαμε και ύπνο; Μας φάνηκε σαν να μάζευαν τα πράγματά τους.

— Τους ακούς, Αλέκο μου;

— Λες να μη τους ακούω, γυναίκα; Κουφός είμαι; μου λέει.

— Σώπα, μπας και τους τυφλώσει ο θεός και ξεκουμπιστούν και φύγουν.

— Να σηκωθώ να δω τι γίνεται; Μήπως θέλουν να τους ανάψω τη σόμπα;

—Άσε, θα σηκωθώ εγώ, μου λέει. Σηκώθηκε. Ρώτησε τον μάγειρα. Του είπε:

— Όχι.

Έρχεται ο άντρας μου και μου λέει:

— Φαίνεται μας λυπήθηκε ο θεός. Τα μαζεύουν. Όλος ο στρατός μέσα κι όξω απ’ το σπίτι είναι ξυπνητός και τα φορτώνουν, θα φύγουν. Πού να ξέραμε. ..

Έξω είχε πέσει τόση πολλή ομίχλη. Δεν έβλεπες μπροστά σου ούτε στα δυο μέτρα. Τέτοια καταχνιά πρώτη φορά είδα 70 χρονών που είμαι. Έφυγε ο στρατός. Ο κακούργος πήγε για να επιθεωρήσει τα φυλάκια. Τότε κάποιος αξιωματικός — καλός άνθρωπος — βγάζει τον άντρα μου έξω, απόμερα και του λέει:

— Εσύ μακριά, μακριά, ώσπου φύγει στρατός. Μπουμ. Μπουμ. Έρχεται ο άντρας μου και μου το λέει.

—Φύγε, Αλέκο μου, του λέω, φύγε. Κάνε προς τα Σουδενά. Πήγαινε ούθε θέλεις. Μόνο φύγε.

Τον σκοτωμό δεν τον βάζαμε με το νου μας.

— Γυναίκα, μου λέει, πού να σε αφήσω μόνη σου με τέσσερα παιδιά; Μπορεί να μας χρησιμοποιήσουν για οδηγούς να τους υποδείξουμε κανένα δρόμο. Μπορεί να μας πάρουν κι ομήρους. Εμείς δεν τους φταίμε σε τίποτα. Δεν τους κάναμε κανένα κακό. Άσε, μου λέει, ν’ ανέβω στον κουμπάρο, τον Γιώργη τον Καλδίρη, να δω τι λέει, τι θα κάνει κι αυτός.

— Πήγαινε, του λέω. Τα παιδιά κοιμόντουσαν. Τα ξυπνήσαμε. Τους είπαμε:

— Αν έλθουν ξανά οι γερμανοί και ρωτήσουν πού είναι ο πατέρας σας; εσείς να μην φοβηθείτε. Να πείτε: Δεν ξέρουμε.

Φεύγει ο άντρας μου και πηγαίνει στα Καλντιρέϊκα. Είχαν μια αχεριώνα (εν. αχυρώνα). Εκεί είχαν κρυφτεί οι Καλντιραϊοι, όλοι μαζί κι είχε έλθει κι ο Νίκος ο Παπαβασιλόπουλος. Όλοι σήμερα μακαρίτες. Κουβέντιαζαν όλοι μαζί. Έκαναν τον σταυρό τους. Συλλογιζόντουσαν τι να κάνουν. Ο άντρας μου καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Φοβόταν που ήμουν μόνη μου με τα παιδιά. Δυο τρεις φορές έφυγε απ’ τον κρυψώνα κι ήρθε να δει τι κάνω.

— Φύγε, Αλέκο μου, του έλεγα. Εκείνος μου ‘πε:

— Πού ν’ ανέβεις στο ταβάνι που πηγαινοέρχονται γερμανοί! Καλύτερα φύγε! Άλλη φορά, με πρόφαση να ζητήσει κάλτσες κι αλλαξίματα (εν. αλλαξιά), ξαναήλθε.

— Βρε, Αλέκο μου, φύγε, του είπα, μη ξανάρθεις, θα σε πιάσουν οι Γερμανοί.

— Άσε με, ρε γυναίκα, μου λέει. Πού να φύγω;

— Στα Σουδενά, του λέω.

— Δεν μπορεί να ξεμυτίσει κανείς, γυναίκα. Μας έχουν ζώσει διπλοσκοπιές και τριπλοσκοπιές και φυλάκια. Έχει πήξει ο τόπος από γερμαναράδες. Όλα τα πόστα γύρω-τριγύρω πιασμένα.

Οι Καλαβρυτινοί είχαν κλειστεί πια σαν τα ποντίκια στη φάκα. Τώρα πια δεν τους απόμεινε παρά ο δρόμος της θυσίας. Της προσφοράς της ζωής τους, για να γλυτώσει η ζωή των παιδιών και των γυναικών τους…». (Απόσπασμα)-Ρουμπίνη Αγιαννιτοπούλου.

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος