«Θα το ‘χετε δοκιμάσει. Μια από τις ωραιότερες στιγμές της σχολικής σας ζωής είναι εκείνη που χτυπάει το κουδούνι για σχόλασμα.

Τότε, όλοι τρεχάτοι, κουρασμένοι απ’ το μάθημα και πεινασμένοι, απολυόμαστε για το σπίτι. Εκεί μας περίμενε η αγκαλιά της μάνας. Το γλυκό της φίλημα. Το γεμάτο στοργή μητρικό της χαμόγελο και το λαχταριστό —κατοχή ήταν— νόστιμο, λιγοστό για την παιδική μας όρεξη, φαγητό.

Μας περίμενε ακόμα ΚΑΤΙ που θα το χάναμε πια… για πάντα. Μας περίμενε μια άλλη μορφή. Η μορφή του πατέρα. Αν είχε, φυσικά, ε¬πιστρέψει από την εργασία του στο σπίτι, σπάνιο πράγμα, πριν από εμάς. Και λέω από εμάς, γιατί και τα τρία μας πηγαίναμε στο σχολείο. Δέκα τεσσάρων χρόνων εγώ, ο αδελφός μου ένα χρόνο μικρότερος κι η αδελφή μου μεγαλύτερη ένα χρόνο. Ο Πατέρας. Ποτέ δεν άρχιζε μόνος του, χωρίς εμάς, να τρώει. Τρώγαμε πάντα μαζί. Όλη η οικογένεια γύρω στο τραπέζι. Εγώ θυμάμαι, συνήθως, έκανα και την προσευχή. Ο πατέρας, η μητέρα, ο γερο-παππούς, όχι όμως πάντα, — ηλικιωμένος ήταν, έτρωγε πριν, πολλές φορές κι έπεφτε και κοιμόταν— και εμείς τα τρία παιδιά.

— Άφησε τα βιβλία σου, πλύσου κι έλα να βοηθήσεις, φώναζε την αδελφή μου, η μητέρα. Αν δεν είχε ο πατέρας γυρίσει, ώσπου να στρώσει το τραπέζι η μητέρα, εκείνος ερχόταν. Στην ώρα του έφθανε. Ήταν πάντα τακτικός.

Με τα μεγάλα βήματά του δρασκέλιζε το δρομάκι, κάτω απ’ της θειας-Γιώργαινας, άνοιγε τη σιδερένια πόρτα της αυλής και νάτος! Ψηλός με α¬δρά χαρακτηριστικά. Κρατώντας την εφημερίδα του ή φορτωμένος ψώνια ερχόταν στο σπίτι. Στο σπίτι μας. Εμείς παίρναμε τις θέσεις μας στο τραπέζι. Μας κοίταζε ευχαριστημένα μα και ερευνητικά. Αυτό ήταν αρκετό. Έφτανε, για να καταλάβει αν είχαμε πει καλό μάθημα ή όχι. Κι αν μας ρωτούσε λέγαμε πάντα την αλήθεια. Γιατί έτσι έπρεπε. Έτσι μας είχε μάθει. Άλλωστε το απόγευμα στην αγορά θα του το πρόφταιναν οι καθηγητές. Μια χούφτα άνθρωποι, βλέπετε, είμαστε στη μικρή, όμορφη πολιτειούλα. Όλοι γνωστοί και φίλοι. Τίποτε δεν έμενε κρυφό.

Άλλοτε μας συμβούλευε, μας έλεγε ιστορίες ή μας ανέθετε θελήματα για το απόγευμα. Χωρίς να έχουμε θάρρος μαζί του, όπως βλέπω σήμερα τα πιο πολλά παιδιά, τον σεβόμασταν βαθιά και τον αγαπούσαμε απέραντα. Όλοι μας. Προ πάντων εγώ. Του μοιάζω κιόλας. Έτσι λένε όλοι. Τι πατέρας! Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ.

Λοιπόν, ξαναγυρίζω, κείνη την ημέρα δεν χτύπησε χαρωπά το κουδούνι για σχόλασμα. Το περιμέναμε ανυπόμονα. Όμως αντί για κουδούνι, ακούστηκε ένας θόρυβος σκληρός και βαθύς. Έμοιαζε σαν βουητό. Σαν μπουμπουνητό. Όλοι βουβαθήκαμε στην τάξη. Ο καθηγητής μας αλαφιάστηκε. Προσπάθησε να μη το δείξει.

—Μην κουνηθεί και μη μιλήσει κανείς, μας είπε.

Άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε στο γραφείο. Το ίδιο απ’ ό,τι βλέπαμε, απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα, έκαναν κι οι άλλοι καθηγητές. Εμείς είχαμε κοκαλιάσει.

Ο Ντίνος ο Αλεξόπουλος, πρώτος μαθητής της τάξης μας και φίλος μου προσωπικός —σκοτώθηκε, Θεός σχωρέστον— βλέποντας απ’ τα παράθυρα μάς πληροφόρησε.

—Παιδιά, ο κρότος είναι απ’ τις μηχανές των τανκς. Είναι Γερμανοί. Τι πολλοί που πλάκωσαν! Μπήκαν από παντού. Όλα τα Καλάβρυτα είναι κυκλωμένα. Ζωσμένα.

Ο καθηγητής μας —μακαρίτης κι αυτός— ο Μεγακλής Θωμάς, ύστερα από λίγα λεπτά που έλλειψε στο Γραφείο, γύρισε στην τάξη προσποιητά ψύχραιμος, λίγο κίτρινος όμως, για να μας πει πως κείνη τη μέρα δεν θα χτυπούσε κουδούνι.

— Παιδιά, ένας-ένας κι όχι μπουλούκια θα πάμε ίσια στα σπίτια μας. Χωρίς χασομέρι. Στον δρόμο θα είσαστε φρόνιμοι. Θ’ αποφύγετε τον κεντρικό δρόμο της αγοράς. Μην είστε περίεργοι να δείτε τα τανκς, τ’ αυτοκίνητα και τις γερμανικές μοτοσυκλέτες. Σύμφωνοι;

Όλοι συμφωνήσαμε χωρίς να μιλήσουμε. Κουνήσαμε μόνο το κεφάλι. Καταλάβαμε. Απ’ ό,τι μας είπε κάτι το πολύ σοβαρό έπρεπε να συμβαίνει..

Φαίνεται, αυτή θα ήταν η απόφαση που πήραν στο Γραφείο οι καθηγητές μας στο ολιγόλεπτο συμβούλιο που κάνανε. Αυτό θα τους συμβούλεψε ο γεμάτος σοφία και πείρα, αλησμόνητος για όλους μας, Γυμνασιάρχης Αντώνης Οικονόμου. Αείμνηστος κι αυτός…

Μια-μια με ησυχία, η κάθε τάξη σχολούσε. Χωρίς το θόρυβο, τα γέλια, τις κουβέντες, τα χαχανητά και τις φωνές. Όλοι αμίλητοι φύγαμε για τα σπίτια μας.

Φύγαμε χωρίς να ξέρουμε ότι αποχαιρετάμε για πάντα το αξέχαστο καλό μας Σχολείο και τους αλησμόνητους αγαπημένους μας καθηγητές.

Το κουδούνι του σχολείου δεν σήμανε τη λήξη του… Δεν χτύπησε.

Το ρόλο αυτό τον ανέλαβαν τα γερμανικά τανκς με τον απαίσιο θόρυβό τους…». (Απόσπασμα)-Αρχ. Θεόκλητος Φεφές

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος