«Μπαίνοντας στα Καλάβρυτα οι κατακτητές έδωσαν διαταγή να καούν πρώτα τα σπίτια των ανταρτών, προφανώς να παραπλανήσουν τον πληθυσμό και να επιστρέψουν στην πόλη, όσοι άντρες, μαζί κι ο πατέρας μου, που είχαν φύγει με σκοπό να γλιτώσουν, σε περίπτωση που οι Γερμανοί είχαν στις προθέσεις τους την εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού. Το τέχνασμα έπιασε και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους. Ο πατέρας μου επέστρεψε τα ξημερώματα της 12.12.1943 από του Φίλια που είχε καταφύγει, λέγοντας στη μάνα μου πως δεν μπορούσε να αντέξει άλλο μακριά από την οικογένειά και τα παιδιά του. Εκείνο το βράδυ πήγαμε νωρίς στα κρεβάτια μας. Ο πατέρας μου επέμενε, να παραμένει το φως σβηστό, για να μη δίνουμε στόχο, είπε. Πάντως, στην ατμόσφαιρα έξω υπήρχε κάποια αδιόρατη, απροσδιόριστη ένταση, μια ήρεμη ανησυχία ήταν απλωμένη παντού, ύποπτοι, υπόκωφοι ήχοι έφταναν στα αυτιά μας, συνοδευόμενοι από επίμονα γαυγίσματα σκύλων. Τι γινότανε άραγε εκεί έξω; Δύσκολα περνούσε η νύχτα. Επιτέλους κάποια στιγμή χάραξε! Κοιτάζοντας από τα παράθυρα δεν μπορούσες να διακρίνεις τίποτε, μια πυκνή ομίχλη, ένα πηχτό πούσι καθότανε νωχελικά πάνω από την πόλη. Έκανε κρύο, έπρεπε ν’ ανάψουμε το τζάκι. Ο πατέρας μου φόρεσε το σακάκι του, ένα δερμάτινο αμερικάνικο με γούνα από μέσα, που του το είχε στείλει ο αδερφός του ο Αλέκος από την Αμερική, και βγήκε να φέρει ξύλα. Βγαίνοντας αντιλαμβάνεται να κινούνται, λίγα βήματα πιο πέρα, μερικές σκιές. Ταυτόχρονα άκουσε χαμηλόφωνες ξένες κουβέντες. Αμέσως κατάλαβε πως ήταν Γερμανοί, που είχαν ζώσει το σπίτι μας. Πήρε γρήγορα-γρήγορα λίγα ξύλα και προσανάμματα και επέστρεψε βιαστικά μέσα. Ασθμαίνοντας ανάγγειλε στη μάνα μας τι είχε δει έξω και έκανε ασυναίσθητα το σταυρό του, ήταν θρήσκος, βλέπεις. Άναψε τη φωτιά και είπε στη μάνα μας να κάνει κάτι να φάμε για πρωινό. Ήταν ανήσυχος, δεν τον χωρούσε ο τόπος., πήγαινε από παράθυρο σε παράθυρο, κοιτάζοντας έξω, μπας και διακρίνει κάτι που θα τον έκανε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Η ώρα περνούσε και η ένταση όλο και μεγάλωνε. Κάποια στιγμή ακούστηκε να χτυπάει η καμπάνα της εκκλησίας δαιμονιωδώς, είχε ξημερώσει πια για τα καλά Αναρωτηθήκαμε γιατί αυτό, αφού ήταν Δευτέρα και δεν είχαμε κάποια ιδιαίτερη γιορτή. Δεν πέρασε πολλή ώρα και ένας αξιωματικός χτύπησε την πόρτα, λέγοντας στο πατέρα μου, που βγήκε ευθύς αμέσως να δει τι τρέχει, ότι θα έπρεπε να πάει με όλη του την οικογένεια στην πλατεία. Και να μην ξεχάσουμε να πάρουμε μαζί μας μια κουβέρτα κι ένα καρβέλι ψωμί. Στο άκουσμα αυτό, τον πατέρα μου τον έζωσαν αμέσως φαρμακερά φίδια.
«Βάσω» λέει στη μητέρα μου, «αυτά είναι ύποπτα, κακά σημάδια. Μας περιμένει χαλασμός σήμερα.» (Απόσπασμα)-Ηλίας Ρεκουνιώτης

© Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος